Η Τζωρτζίνα Λιώση είναι ηθοποιός και σκηνοθέτις που έγινε γνωστή στο ελληνικό κοινό μέσα από την ταινία «Κανένας» (2010), για την οποία υπήρξε υποψήφια στα δεύτερα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου («Ίρις»), καθώς και από τη δημοφιλή σειρά «Ταμάμ» (2014-2017). Την γνώρισα το καλοκαίρι του 2022, όταν αναζητούσα μια νέα ηθοποιό για ν’ αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια μικρού μήκους ταινία που ετοίμαζα τότε. Στόχος μου ήταν να βρω μια ηθοποιό με ερμηνευτικό βάθος, ήπια φωνή και αινιγματικό βλέμμα – χαρακτηριστικά που η Τζωρτζίνα ενσάρκωνε τέλεια. Η ταινία, με τίτλο «Μπλε Χαλαζίας», γυρίστηκε το ίδιο καλοκαίρι στο Πήλιο και ολοκληρώθηκε λίγους μήνες μετά, όμως δεν είχε την απήχηση που περιμέναμε. Παρ’ όλα αυτά, με τη Τζωρτζίνα γίναμε καλοί φίλοι, ενώ έτυχε να συνεργαστούμε ξανά τα επόμενα χρόνια. Η παρούσα ‘συνέντευξη’ – της οποίας η μορφή δεν διαφέρει και πολύ από τις φιλικές μας συναντήσεις – έλαβε χώρα στην κρεπερί Au Grand Zinc στις αρχές Ιουνίου του 2026.
«Είναι εντάξει ν’ αλλάζουμε γνώμη. Έχουμε το δικαίωμα ν’ αλλάζουμε γνώμη. Δεν ξέρεις πώς μπορεί να τα φέρει η ζωή.»
Πες μου, Τζωρτζίνα: πώς αποφάσισες ν’ ασχοληθείς με την υποκριτική;
Λοιπόν… Δεν ήταν μια ευθεία γραμμή και μια πολύ συνειδητή και συγκεκριμένη στιγμή που μπορώ να θυμηθώ ότι είπα «θέλω να γίνω ηθοποιός.» Αλλά ήτανε μια σειρά, νομίζω, πραγμάτων, που με φέρανε εδώ και μπορώ να σου πω σήμερα ότι δεν νομίζω πως θα μπορούσα να κάνω κάποια άλλη δουλειά.
Ξέρεις, αυτή θα ήταν η επόμενη ερώτηση…
Τι; Αν θα μπορούσα;
Ναι… Αλλά μίλα μου πρώτα για τη γέννηση των δημιουργικών σου ανησυχιών.
Ήμουν ένα παιδάκι που μ’ άρεσε πάρα πολύ να φτιάχνω πράγματα, ήμουν καλή στα πιο δημιουργικά. Ήμουν καλή μαθήτρια αλλά μ’ ευχαριστούσε πάρα πολύ το να είμαι δημιουργική. Ήθελα πολύ να ζωγραφίζω, αυτό μ’ άρεσε να κάνω. Εσύ ζωγραφίζεις καλά, εγώ το παράτησα κάποια στιγμή.
Καλά, κι εγώ μη νομίζεις…
Μεγαλώνοντας, κάπως ήρθε μια φωνή λογικής που με ξέκοψε πάρα πολύ από τη δημιουργική μου πλευρά και ήμουν οκέι με αυτό, δηλαδή είπα στην 3η Γυμνασίου ότι θέλω να γίνω ψυχολόγος. Και μ’ άρεσε, ήμουν ευχαριστημένη με αυτό. Αλλά κάποια στιγμή, με κάποιες συγκυρίες πραγμάτων – το ότι ας πούμε είχα περάσει από casting για να κάνω διαφημιστικά σα φοιτήτρια για να δουλεύω περιστασιακά – ήρθε ένα δοκιμαστικό για την ταινία «Κανένας» που ήταν η πρώτη μου δουλειά. Όταν ξεκίνησα να κάνω την ταινία, επειδή δεν είχε καμία σχέση με το γύρισμα για ένα διαφημιστικό αυτό, ήταν άλλος κόσμος…
Άρα είχες κάνει και διαφημιστικά…
Είχα κάνει διαφημιστικά, ναι, αλλά όταν έκανα την ταινία κατάλαβα ότι ξύπνησα από κάτι, από έναν λήθαργο που είχα μπει από το Γυμνάσιο και μπήκανε τα πράγματα στη θέση τους και κατάλαβα ότι είχα φύγει από το δρόμο μου πολύ καιρό πριν. Και ένιωσα κάτι να «ξανακουμπώνει», να ξαναμπαίνει στη θέση του.
Και πώς ήταν να βρίσκεσαι στο επίκεντρο μιας τέτοιας παραγωγής απ’ το πουθενά;
Θυμάμαι ότι είδα πρώτη φορά την ταινία μαζί με το φίλο μου τον Χρήστο το Νίκου και μου φάνηκε λίγο περίεργο που με έβλεπα… Δεν μου είχε ξανασυμβεί, ήτανε μια περίεργη συνειδητοποίηση. Αλλά, κατά τ’ άλλα, δεν ένιωθα ότι μου είναι κάτι ξένο, ένιωθα οικεία με αυτό. Ένιωθα αμήχανα μόνο όταν έβλεπα κάτι που καταλάβαινα ότι θα μπορούσα να το ’χω κάνει αλλιώς ή καλύτερα.

Ας επιστρέψουμε σ’ αυτό που σε ρώτησα πριν. Θα μπορούσες, πιστεύεις, να κάνεις κάποια άλλη δουλειά;
Θα μπορούσα σίγουρα πιστεύω. Δεν θα ήμουνα ευτυχισμένη βέβαια τώρα που ξέρω πώς είναι αυτό, αλλά…
Έχεις ποτέ δεύτερες σκέψεις; Ας πούμε «τι θα γινόταν άμα έκανα κάτι άλλο;»
Όχι, καθόλου. Αλλά είμαι επίσης εντάξει με το ενδεχόμενο να ξυπνήσω μια μέρα και πω «τέλος, δεν αντέχω άλλο, δε θέλω.» Οι στόχοι είναι βαρίδια, θέλω να τους αποφεύγω. Σήμερα που το συζητάμε αυτό δεν μπορώ να με φανταστώ να κάνω κάτι διαφορετικό. Από την άλλη, μου φαίνεται εξίσου φυσικό να ξυπνήσω ακόμη και αύριο και να πω: «Δεν θέλω πια. Θα κάνω οτιδήποτε άλλο». Μου φαίνεται πολύ δημοκρατικό για έναν άνθρωπο να επιτρέπει στον εαυτό του να είναι έτσι.
Θα ’θελα κι εγώ να το βλέπω έτσι. Προσπαθώ να το βλέπω έτσι δηλαδή.
Έτσι είναι. Είναι εντάξει ν’ αλλάζουμε γνώμη. Έχουμε το δικαίωμα ν’ αλλάζουμε γνώμη. Δεν ξέρεις πώς μπορεί να τα φέρει η ζωή.
Έχεις απόλυτο δίκιο. Πες μου, τώρα, ποιοι ηθοποιοί και ποιοι καλλιτέχνες σε έχουν επηρεάσει περισσότερο στη δουλειά σου. Και άμα έτυχε να γνωρίσεις κάποιους από αυτούς, ποιες ήταν οι καλύτερες συμβουλές που σου έδωσαν;
Μπορώ να μιλήσω για πάρα πολλούς ανθρώπους που με εμπνέουν αλλά δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι με έχουν επηρεάσει γιατί νιώθω ότι θα είναι σαν να αναγνωρίζω κομμάτια τους σ’ αυτό που παραδίδω ως έργο και δεν μπορώ να το παραδεχτώ αυτό, να το δώσω στον εαυτό μου.
Τότε πες μου ορισμένους που σ’ έχουν επηρεάσει στην πορεία σου. Έστω και σε επίπεδο έμπνευσης.
Κάτι παθαίνω όταν βλέπω συνεντεύξεις και αποσπάσματα της Έλλης Λαμπέτη. Ή όταν βλέπω ταινίες της ή αποσπάσματα από παραστάσεις της ή συνεντεύξεις της… Κάτι με ρουφάει εκεί πολύ. Το οποίο δεν μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς, με μαγεύει νομίζω ο τρόπος της…
Είχε νομίζω κάτι ‘αριστοκρατικό’.
Είχε μία φυσική ευγένεια και μία γλύκα και μία παιδικότητα μέχρι και τις τελευταίες της στιγμές… Αυτό δεν μπορείς να το υποκριθείς αν δεν το έχεις. Αν δεν είσαι αυτό το πράγμα, δεν μπορείς να το παίξεις. Και με μαγεύει να την κοιτώ και να την ακούω, μ’ αρέσει πάρα πολύ.
Υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τον οποίο να έχεις συνεργαστεί και να πιστεύεις ότι ο τρόπος που βλέπει την τέχνη, την υποκριτική, έχει επηρεάσει τον τρόπο που εσύ βλέπεις την υποκριτική;
Θα πω ξανά για τον Χρήστο το Νίκου, γιατί ήτανε βοηθός…
Που έχει σκηνοθετήσει και τα «Μήλα.»
Ναι. Ήτανε βοηθός στον «Κανένα» και επειδή εγώ τότε ήμουν νεοφερμένη σε αυτό, με βοήθησε πάρα πολύ. Κάναμε ένα coaching μαζί με τη Λουκία Μιχαλοπούλου και τον Χρήστο και ήρθαμε πολύ κοντά τότε αλλά με είχε κάπως… Μου μιλούσε πάρα πολύ για το τι συμβαίνει σε ένα γύρισμα, για το πώς μελετάμε… Μου έδινε σκέψεις, μοιραζόταν ιδέες, μου έφερνε ταινίες. Και τον θαυμάζω γι’ αυτό που κάνει πια και θεωρώ ότι μ’ έχει επηρεάσει πολύ στο πως συνέχισα να δουλεύω από κει και πέρα.
Ποιες είναι οι αγαπημένες σου δουλειές στο θέατρο και στον κινηματογράφο και ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ρόλοι (που έχεις υποδυθεί ως τώρα);
Θα πω πρώτα το «Κάποιος Μιλάει Μόνος του Κρατώντας ένα Ποτήρι Γάλα.»
Το περίμενα.
Ναι. Με τεράστια διαφορά. Εγώ αυτό το βιβλίο το διάβασα το 2010, μόλις τελείωσα τον «Κανένα» ή κάπου εκεί, μέσα σ’ αυτήν την περίοδο…
Νομίζω τότε είναι που έγινε και το «μπαμ» και έγινε κι ο Ευθύμης Φιλίππου γνωστός στο κοινό…
Ναι… Τότε έγραφε ο Φιλίππου σ’ένα free press που λεγότανε Plus. Διάβασα κάποια κομμάτια του, εξερράγη το κεφάλι μου, είπα «ποιος είναι αυτός;», τον έψαξα, είχε γράψει αυτό το βιβλίο και πήγα και το πήρα. Και ενώ τότε είχα κάνει μία ταινία και πίστευα ότι έκανα αυτό και γύρισα στη ζωή μου, δεν μου το ‘έδωσα’ ότι μπορώ εγώ να συνεχίσω να το κάνω αυτό, είπα «οκέι, το είδα, υπάρχει αυτή η πλευρά της ζωής και ήμουν πολύ τυχερή που το είδα ότι μπορεί να γίνει.»
Εννοείς ότι δεν σκέφτηκες να συνεχίσεις;
Όχι, μου πήρε πολύ καιρό. Αλλά από τη στιγμή που έπιασα αυτό το βιβλίο στα χέρια μου ήξερα ότι κάτι θα το κάνω εγώ αυτό, δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω στη βιβλιοθήκη μου.
Αφού φτάσαμε οργανικά ως εδώ, πες μου για την πρώτη σου σκηνοθετική εμπειρία.
Ήτανε συνσκηνοθεσία με τη Νάνσυ Μπούκλη λίγο πριν τον Covid… Θέλαμε πάρα πολύ να κάνουμε κάτι μαζί, οπότε της έδωσα αυτό το βιβλίο [«Κάποιος Μιλάει Μόνος του…»], όπως το έδινα όλα αυτά τα χρόνια σε ανθρώπους, μαζί με δύο-τρία ακόμη, και το διάβασε και με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «δεν διάβασα τα άλλα, είναι μόνο αυτό, δεν υπάρχει κάτι άλλο.» Και κάναμε μία πρώτη ανάγνωση οι δυο μας και το άκουσα πρώτη φορά φωναχτά με τον τρόπο που μπορούσα να το φανταστώ εγώ διαβάζοντάς το μόνη μου, και καλύτερα. Πήγε πολύ ωραία όλο αυτό με τη Νάνσυ. Ήτανε ό,τι είχα στο μυαλό μου και ακόμη πιο μεγάλο γιατί ενωθήκανε δύο μυαλά που μας άρεσε αυτό. Και όταν ήρθε ο Φιλίππου να το δει, δε θα σου κρύψω ότι έβαλα τα κλάματα. Είναι μία από τις πιο ωραίες στιγμές στη ζωή μου, στην επαγγελματική μου ζωή.

«Είναι ωραίο να ξέρεις ότι παραδίδεις κάτι με τη γνώση του ότι θα έχει σίγουρα λάθη και βελτιώσεις που θα μπορούσανε να γίνουν.»
Ναι, φαντάζομαι. Αυτό που θα ’θελα να ρωτήσω εγώ – που μ’ ενδιαφέρει κι εμένα δηλαδή – είναι το πώς είναι να μεταφέρεις ένα λογοτεχνικό έργο είτε στο θέατρο είτε στο σινεμά. Στο θέατρο ακόμη πιο δύσκολα μάλλον, καθώς υπάρχουν πολλοί περιορισμοί που δυσκολεύουν όλο το εγχείρημα. Πώς το βίωσες εσύ αυτό;
Ξέρεις τι; Συγκεκριμένα με το «Γάλα» μπορώ να σου πω ότι δεν είχαμε κάποια δυσκολία γιατί δεν το βρίσκεις – δεν το έβρισκες – στα βιβλιοπωλεία στην κατηγορία «θέατρο» μεν αλλά ήταν ένας διάλογος όλο, και χωρίς να έχει αφηγηματικά κομμάτια ή σκηνοθετικές οδηγίες, ήταν όλο σκηνοθετημένο ‘από γραφής’ λόγω των πληροφοριών που δίνονται μέσα από τον διάλογο. Μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο να πάρεις ένα αφηγηματικό έργο και να το μεταφέρεις στη σκηνή, κυρίως έργα που έχουνε πάρα πολλές εικόνες, πάρα πολλά τοπία, μέρη, χρόνους, αλλαγές, περάσματα… Όλα αυτά δεν νομίζω ότι μπορούν να αποδοθούν στο θέατρο και δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι έχω δει κάποια παράσταση που δεν ήτανε το έργο θεατρικό και με ενθουσίασε.
Στο σινεμά θα σκηνοθετούσες ποτέ;
Μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο.
Γιατί;
Με γοητεύει πολύ αλλά δε θεωρώ ότι έχω τη γνώση αυτή τη στιγμή ή την αυτοπεποίθηση να το κάνω… Και επίσης δεν πιστεύω ότι μπορούν να τα κάνουν όλοι όλα… Και μου φαίνεται και αρκετά εντάξει αυτό. Μου φαίνεται πως δείχνει έναν σεβασμό απέναντι στη δουλειά των ανθρώπων που το κάνουν και ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Ίσως αν με ρωτούσες πολλά χρόνια πριν να σου έλεγα ότι δεν μπορώ να σκηνοθετήσω στο θέατρο.
Οπότε μπορεί να μπορείς κάποια στιγμή να σκηνοθετήσεις και στο σινεμά!
Μπορεί αλλά θέλει δουλειά αυτό. Θέλει εργατοώρες και γνώση και πράγματα τα οποία αυτή τη στιγμή δεν τα έχω στο μυαλό μου ως κάτι κεκτημένο, το οποίο να υπάρχει μέσα μου σαν πληροφορία και σαν γνώση ώστε να μπορώ να ανταπεξέλθω σε κάτι τέτοιο.
Δεκτό. Ως ηθοποιός τώρα, τι προτιμάς, το σινεμά, το θέατρο ή την τηλεόραση;
Αν μιλάμε για την καλύτερη συνθήκη και στα 3, προτιμώ τον κινηματογράφο.
Με την έννοια ότι είναι κάπως πιο οριοθετημένα τα ωράρια, ας πούμε, και το τι πρέπει να κάνεις;
Όχι, καθόλου. Έχεις μια ευκαιρία να φτιάξεις έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που, ας πούμε, στην τηλεόραση δεν το έχεις αυτό γιατί έρχονται τα επεισόδια και μαθαίνεις κι εσύ τι γίνεται παρακάτω ενώ…
Δεν έχεις χρόνο να το…
Στον κινηματογράφο έχεις μια ιστορία στα χέρια σου με αρχή, μέση και τέλος· που αυτό στην τηλεόραση δεν υπάρχει. Υπάρχει στο θέατρο. Αλλά από την άλλη στο θέατρο έχεις έναν μήνα, δύο μήνες προβών, και μετά το διάστημα που παίζεις που σίγουρα αυτό κάθεται μέσα σου και γίνεται καλύτερο. Ενώ στο σινεμά έχεις έναν οριοθετημένο χρόνο να το κάνεις όσο καλύτερα μπορείς και να το παρουσιάσεις… Και νομίζω ότι έχεις την ευκαιρία για δύο μήνες, ας πούμε, να είσαι μόνο αυτός ο άνθρωπος και αυτό να σε κάνει να είσαι όσο καλύτερος γίνεται. Δηλαδή εμένα με αφορά να είμαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου και αυτό πάντα δεν είναι εφικτό στην τηλεόραση ή το θέατρο. Κατά τ’ άλλα, μπορώ να σου πω ότι σίγουρα με αφορά πολύ περισσότερο η καλή συνεργασία. Δε θα με ενδιέφερε να κάνω κινηματογράφο μ’ έναν τρόπο που δεν μοιράζεται αυτό που οραματίζομαι εγώ για τον κινηματογράφο.
Δεν είναι αγχωτικό που στο σινεμά παίζεις έναν ρόλο και ‘αυτό ήταν’, ενώ στο θέατρο μπορείς να το κάνεις κάθε μέρα και να βελτιώνεσαι; Δηλαδή το γεγονός ότι πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στο θέατρο, ενώ στο σινεμά το κάνεις μια φορά και τέλος; Και στην τηλεόραση το ίδιο…
Ναι, αλλά αυτό υπάρχει στη φύση αυτής της δουλειάς έτσι κι αλλιώς, σ’ οτιδήποτε καλλιτεχνικό… Κάποια στιγμή – την κάναμε αυτήν την κουβέντα – πρέπει να παραδώσεις κάτι, και πρέπει να το παραδώσεις με τη γνώση του ότι θα μπορούσε να γίνει καλύτερο. Το αστείο στο θέατρο, ας πούμε, είναι ότι σχεδόν πάντα λέμε ότι θα θέλαμε μια βδομάδα παραπάνω από τις πρόβες. Κι αν την είχαμε, θα θέλαμε άλλη μία, εγώ πιστεύω. Κατάλαβες;
Ναι, ποτέ δεν είσαι απόλυτα ικανοποιημένος.
Και αυτό πιστεύω συμβαίνει και στους μουσικούς, και στους γλύπτες, και στους ζωγράφους… Και όσο το κρατάς, κάτι θα ’χεις να του προσθέσεις. Και μπορεί να το χειροτερέψεις τελικά, γιατί νομίζω ότι είναι ωραίο… Μέσα στο πλαίσιο μπορείς να βρεις την περισσότερη ελευθέρια… Και είναι ωραίο να ξέρεις ότι παραδίδεις κάτι με τη γνώση του ότι θα έχει σίγουρα λάθη και βελτιώσεις που θα μπορούσανε να γίνουν.
Τι σε ελκύει περισσότερο σε έναν ρόλο;
Δεν είμαι σίγουρη να σου πω… Μ’ αρέσει πάρα πολύ ν’ ανασύρω πληροφορίες για τον εαυτό μου μέσα από τους ρόλους.
Εννοείς να βρίσκεις συνδέσεις ανάμεσα στη δική σου προσωπικότητα και σ’ αυτή των χαρακτήρων…
Ναι, αυτό. Και η αλήθεια είναι ότι έχω μια ευκολία σ’ αυτό. Αλλά μ’ ενδιαφέρει κιόλας.
Δηλαδή μπορείς να βρίσκεις τέτοια στοιχεία ακόμη και σε χαρακτήρες που δεν συμπαθείς καθόλου;
Δεν υπάρχει αυτό.
Όλο και κάποια στιγμή θα έχει υπάρξει.
Συνήθως αυτό που αντιπαθούμε είναι κομμάτια του εαυτού μας που βλέπουμε και δεν μας αρέσουνε. Αυτό πιστεύω. Δεν είχε έρθει ποτέ στα χέρια μου κάποια ακραία συνθήκη, να δω πως θα μπορώ να το δικαιολογήσω και να το κάνω αυτό να με αφορά. Αλλά μέχρι στιγμής, στα πράγματα με τα οποία έχω καταπιαστεί, είχα μια ευκολία στο να βρίσκω συνδέσεις με το χαρακτήρα. Και ακόμη και με πράγματα τα οποία σαν Τζωρτζίνα δε με βρίσκουνε σύμφωνη, βρίσκω τον λόγο να τα δικαιολογήσω γιατί μ’ αρέσει να δικαιολογώ τους χαρακτήρες τους οποίους αφηγούμαι και υπερασπίζομαι στη σκηνή.
Τι διαδικασία ακολουθείς όταν προετοιμάζεσαι για έναν ρόλο;
Διαβάζω πάρα πολύ καλά τα λόγια μου.
Αναμενόμενο!
Νομίζω αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Και το περισσότερο! Αυτό ας πούμε είναι κάτι που στην τηλεόραση πάλι δεν είναι εύκολο…
Να διαβάζεις τα λόγια σου;
Έχει μια ταχύτητα και μια καθημερινότητα που μπορεί τη μία μέρα να έχεις να πεις δυο πράγματα και την άλλη μέρα να έχεις κατεβατά ολόκληρα και δεν υπάρχει χρόνος εκμάθησης… Κι εμένα μ’ αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω πάρα πολύ καλά τα λόγια μου. Γιατί πιστεύω ότι αν ξέρω τι λέω, φεύγει από το μυαλό η λέξη και η σκέψη και είμαι τελείως ελεύθερη να εξηγήσω αυτό που θέλει να πει ο χαρακτήρας. Κι αυτό μου φαίνεται το πιο σωστό και το πιο απελευθερωτικό απ’ όλα. Κι αυτό που λέω και στα παιδιά που τους έκανα θέατρο και στο ΠΑΠΕΙ και στην ομάδα τώρα είναι «μάθετε τα λόγια σας. Αν ξέρετε τα λόγια σας, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε πάνω στη σκηνή.» Αν ξέρεις τι λες, είσαι ελεύθερος τελείως. Αυτό πιστεύω.

Σου αρέσει να αυτοσχεδιάζεις στο θέατρο;
Εννοείς όχι στην περίοδο των προβών αλλά…
Στην παράσταση.
Δεν μου αρέσει γιατί είμαι «χάχας.» Δηλαδή αν πάω να κάνω κάτι μη συμφωνημένο μπορεί είτε να με πιάσουν τα γέλια ή να ταραχτώ εγώ και να πάω λίγο… να ‘κουνηθώ’ από τη συμφωνημένη συνθήκη. Είμαι παρούσα στη σκηνή, δηλαδή είμαι οκέι να το κάνει ο άλλος άμα προκύψει κάτι οργανικά, αλλά μου είναι πολύ… Μπορεί να αυτοσχεδιάσω αν εκείνη την ώρα μου δημιουργηθεί μια πολύ ειλικρινής κι αδιαπραγμάτευτη ανάγκη να αλλάξω μία λέξη… Να κάνω κάτι αλλιώς γιατί κάτι μου συνέβη ή… Κάτι όμως που πάλι δεν θα επηρεάσει πολύ τον συμπαίκτη μου. Αλλιώς θα το συζητήσω και θα πω «ρε συ εκεί μου ήρθε αυτό και νομίζω ταιριάζει πάρα πολύ, θες να το δοκιμάσουμε την επόμενη φορά;» Μου φαίνεται τίμιο.
Αλλά και πάλι συμφωνημένο.
Ναι.
Τώρα μια ερώτηση που στην έχω κάνει πολλές φορές, θα στην κάνω και on the record.
Αν έχω letterboxd;
Όχι, αλλά πρέπει να φτιάξεις.
Χαχαχα!
Θέλω να μου πεις τις αγαπημένες σου ταινίες. 3 αγαπημένες ταινίες ελληνικές και 3 αγαπημένες ταινίες ξένες. Και πώς σ’ έχουν επηρεάσει. Και θα κρίνω!
3 ελληνικές και 3 ξένες θες; Να πω ξένες πρώτα;
Άντε πες.
«Toy Story 3»!
Το περίμενα.
Συγγνώμη…
(γέλια)
«Submarine»…
Δεν το ’χω δει αυτό.
Και τέλος θα πω το «Royal Tenenbaums» γιατί θέλω να πω έναν Wes Anderson επειδή με αφορά και θεωρώ ότι μου ταιριάζει. Κάτι με τραβάει σ’ αυτόν πολύ. Και το «Royal Tenenbaums» είναι από τις αγαπημένες μου δικές του. Οπότε γι’ αυτό μπήκε στο top 3.
Μίλα μου και για τ’ άλλα δύο, το «Toy Story 3» και το «Submarine.»
Το «Submarine» επίσης έχει μία αισθητική και μία αφήγηση που με τοποθετεί στο σύμπαν του. Δηλαδή σταματάω να είμαι θεατής ακριβώς… Κάπως με βάζει μέσα σ’ αυτή την ομίχλη της ταινίας και είναι μία ταινία που με κάνει να την αισθάνομαι συνολικά: να μυρίζομαι την υγρασία του μέρους, να νιώθω το μούδιασμα των άκρων από τη βροχή… Κάπως έχει μυρωδιά αυτή η ταινία και αίσθηση και αφή και είναι… Έχει κάτι συνολικό που με βάζει μέσα στο σύμπαν του και μ’ αρέσει πολύ. Και το «Toy Story 3» είναι τόσο βαθιά συναισθηματικό το ‘γιατί’ που δεν νομίζω ότι μπορώ να το χωρέσω σε λέξεις…
Θέλω και τρεις…
Τρεις ελληνικές; Ωραία. Ντρέπομαι λίγο τώρα. Θέλω να πω τη «Στέλλα», την «Κάλπικη Λίρα»…
Να ξεφύγουμε από τα 10 greatest Greek movies of the ’50s ξέρω ’γω;
(Γέλια) Κάτσε να σκεφτώ μία πιο σύγχρονη. Γιατί αν με ρωτούσες 15 χρόνια πριν θα σου έλεγα τα «Φτηνά Τσιγάρα.» Οπότε θέλω 1 λεπτό.
Πάρε το λεπτό σου.
Τα «Μήλα» πιάνονται;
Πιάνονται, ναι.
Θα πω τα «Μήλα.»
Νιώθω ότι υπάρχει μια προκατάληψη.
Ξέρεις τι… Βάλε τα «Φτηνά Τσιγάρα.»
Θα βάλω τα «Φτηνά Τσιγάρα». Λοιπόν, πάμε λίγο σε πιο σύγχρονα πράγματα. Από πέρυσι έχεις παίξει σε 3 ταινίες, αν δεν κάνω λάθος. Το «Madonnas» που είναι μεγάλου μήκους, το «η Αγάπη το Βάζει στα Πόδια» – που είναι το μόνο που έχω δει απ’ τα 3 – και οι «Γοργόνες», η μικρού μήκους.
Ναι, ναι.
Ωραία. Πες λίγα λόγια για αυτές, ποιος ήταν πιο απαιτητικός απ’ αυτούς τους ρόλους, πώς είναι να περνάς σ’ ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα απ’ τον ένα ρόλο στον άλλον…
Μπορεί να βγήκανε κοντά αυτές μεταξύ τους αλλά δεν γυρίστηκαν στο ίδιο διάστημα. Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η Josh στο «Madonnas.» Γιατί έχει μία αθυροστομία από γραφής αυτή η κοπέλα που με δυσκόλεψε.
Ναι…
Αν και βρίζω ρε παιδί μου αλλά κάπως…
Προτιμάς να επιλέγεις εσύ τις βρισιές σου.
Προτιμώ να είναι σε ιδιωτικό πλαίσιο… Αυτό. Αλλά γενικά πάλι ήμασταν με τη Νάνσυ [Μπούκλη] οπότε ήμασταν εκεί που κάναμε τα γυρίσματα της ταινίας, ασχολούμασταν μόνο με αυτό, οπότε αυτό είναι ένα πλαίσιο που…
Κάπου στην επαρχία δεν ήταν;
Στην Ερμιόνη. Στο Θερμίσι. Αυτό είναι ένα πολύ βοηθητικό πλαίσιο για τον ηθοποιό.
Το να είσαι στην επαρχία;
Το να είσαι τις ημέρες του γυρίσματος στο χώρο, στην περιοχή που γυρνάς, να ασχολείσαι μόνο με αυτό…
Στο Πήλιο, ας πούμε.
Στο Πήλιο, στο σπίτι της Έλλης Λαμπέτη. Ήτανε μία συνθήκη που ήτανε χρήσιμη, κάπως, για τον ηθοποιό. Το να είμαστε εκεί και ν’ ασχολούμαστε μόνο με αυτό. Αλλά ήτανε μία ταινία που είχε τις δυσκολίες της, ρε παιδί μου, πέρα από τον ρόλο. Τώρα οι «Γοργόνες» επειδή ήτανε μικρού μήκους δεν μπορώ να πω ότι πρόλαβε να με εξουθενώσει ή να κουραστώ ή να δυσκολευτώ πολύ. Επίσης τα παιδιά [Λήδα Βαρτζιώτη & Δημήτρης Τσακαλέας] έχουν έναν πολύ δομημένο τρόπο δουλειάς…
Έχετε δουλέψει και πρόσφατα μαζί.
Έχουμε δουλέψει πολλές φορές μαζί. Είναι φοβεροί επαγγελματίες, είναι πολύ οργανωμένοι, γίνονται πρόβες, γίνονται πολύ οριοθετημένα και καλοπρογραμματισμένα γυρίσματα οπότε, κι ας ήτανε στην παραλία, κάτω απ’ τον ήλιο και ήμασταν πολλά άτομα, γίνανε όσο πιο ομαλά κι αναίμακτα μπορούσανε να γίνουνε. Και αν και τελευταία μέρα – τελευταίες δύο μέρες – εγώ είχα αρρωστήσει… Και ήτανε λίγο… Ένιωθα τον ήλιο να με τρυπάει, όχι να με καίει. Αλλά εντάξει γίνονται αυτά. Συνήθως μία-δύο βδομάδες πριν την πρεμιέρα μου αρρωσταίνω. Κάναμε την ταινία την μία εβδομάδα και την επόμενη είχα πρεμιέρα με το «Γάλα.»
Μπορεί να είναι το γούρι σου αυτό.
Ναι… Είναι απλώς το σώμα μου, μου λέει «στοπ»!
Εγώ το παθαίνω μετά συνήθως, όταν έχω κάτι σημαντικό να κάνω, πρώτα το κάνω και μετά, όταν χαλαρώνω, τότε ‘πεθαίνω.’
Ναι, εγώ πάντα μία βδομάδα πριν την πρεμιέρα είμαι άρρωστη. Και η «Αγάπη το Βάζει στα Πόδια» ήτανε… Έγινε μία τελείως άλλη στιγμή από τις «Γοργόνες» και το «Madonnas», ήταν το πρώτο που έγινε απ’ αυτά τα 3…
Αλήθεια; Νομίζω είναι απ’ τα τελευταία που βγήκαν.
Νομίζω βγήκε…
Κάπου το καλοκαίρι πέρσι πρέπει να βγήκε. Και βγήκε και στο YouTube κατευθείαν. Ενδιαφέρουσα στρατηγική αυτή.
Ναι. Κοίτα. Ο Πάνος ο Παπαδόπουλος έχει έναν πολύ ωραίο τρόπο να βλέπει τα πράγματα, πολύ ξεχωριστό, και επειδή είναι όλο δικό του εγχείρημα νομίζω αποτυπώνεται 100% η ματιά του σ’ αυτή την ταινία.
Κι είναι ωραίο που βγήκε και στο YouTube, γιατί είναι και προσβάσιμο, μπορεί κάποιος να το δει πιο εύκολα…
Ναι…
Αλλάζοντας θέμα, θα ήθελα να μου πεις το εξής: αν μπορούσες να πιείς ένα ποτό με 3 ανθρώπους, ζωντανούς ή νεκρούς, ποιοι θα ήταν και γιατί;
Θα ήθελα να πιώ με τον Σπύρο Μαυραγάνη!
«Κι αυτό που λέω και στα παιδιά που τους έκανα θέατρο και στο ΠΑΠΕΙ και στην ομάδα τώρα είναι «μάθετε τα λόγια σας. Αν ξέρετε τα λόγια σας, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε πάνω στη σκηνή.» Αν ξέρεις τι λες, είσαι ελεύθερος τελείως. Αυτό πιστεύω.»

Εντάξει αυτό…
(γέλια) Θα ήθελα να… Σκέφτομαι τον Ευθύμη Φιλίππου. Αλλά…
Αλλά τον ξέρεις ήδη.
Εντάξει δεν είμαστε… Δεν είναι ότι έχουμε πει και 10 πράγματα… Νομίζω ότι θα ήθελα να κρυφακούω τον Ευθύμη Φιλίππου στο πίσω τραπέζι από μένα!
Θα ’χει πολύ ενδιαφέρον αυτό.
Αυτό θα μ’ άρεσε! Οπότε και με 3 που θα ’θελα να πιώ ποτό… Την Κατερίνα Γώγου…
Δεν έχω διαβάσει…
Έχω διαβάσει, όχι πάρα πολύ, απλώς σύχναζε στο μαγαζί που συχνάζω κι εγώ… Ξέρω ποιο ήταν το τραπέζι της, και τα πρώτα χρόνια που πήγαινα εκεί καθόμουνα κι εγώ εκεί πάντα – γι’ αυτό το ξέρω, μου το είχανε πει – κι έχω φανταστεί πάρα πολλές φορές ότι σ’ ένα περίεργο χωροχρονικό σύμπαν καθόμαστε απέναντι.
Πολύ ωραίο αυτό. Είναι ένα εστιατόριο στην Ισπανία, στη Βαρκελώνη, οπού όποτε πήγαινε κάποιος επιφανής βάζανε στο τραπέζι μία πλακετούλα. Και είχα πάει εγώ και είχα κάτσει στο τραπέζι που καθόταν ο Orson Welles κι ήμουν πολύ χαρούμενος. Τέλος πάντων. Έχεις άλλους δύο.
Θα ήθελα πολύ να πιώ ένα ποτό με τον Κωνσταντίνο Καβάφη.
Δεν το περίμενα αυτό.
Και νομίζω ότι αν έχω ξαναερωτηθεί κάτι παρόμοιο πάντα τον αναφέρω.
Ήταν ωραίος τύπος.
Ναι!
Οπότε μόνο Έλληνες; Δεν έχουμε και κανέναν…
Όχι, κάτσε! Είπα θέλω να «κρυφακούσω» τον Ευθύμη Φιλίππου…
Ναι άλλα είπες άλλους 2 Έλληνες.
Ναι. Να πω κι έναν ξένο;
Άντε πες κι έναν ξένο!
Για να σκεφτώ. Ξέρεις τι… Νομίζω θα βαριέμαι να μιλάω αγγλικά!
Ναι ισχύει. Μπορεί να μεταφράζει ο Καβάφης όμως.
Ναι, σίγουρα. Θα καθόμαστε όλοι μαζί; Δεν θα τ’ αντέξω! Θέλω έναν τη φορά. Εσύ θες να κάτσουμε όλοι μαζί;
Δεν έχω πρόβλημα.
Γιατί πρέπει τώρα να φτιάξω το τραπέζι να ’ναι ταιριαστοί αυτοί!
Όχι εντάξει, δεν πειράζει, έναν τη φορά!
Θα πω τον Daniel Johnston… Είναι ένας μουσικός που πέθανε πριν λίγα χρόνια… Και θα πίναμε κόκα κόλα γιατί έπινε κόκα κόλα, δεν έπινε ποτό…
Τι θα συζητούσες με τον καθέναν απ’ αυτούς πιστεύεις;
Νομίζω δεν θα ήθελα να κάνω διάλογο, θα ήθελα να τους ακούσω…
Λοιπόν, στο ίδιο vibe, θέλω 1 χαρακτήρα του παγκόσμιου σινεμά και 1 χαρακτήρα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με τον οποίο ταυτίζεσαι. Και το λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό.
Κάτι αναγνωρίζω πολύ στον τρόπο που σκέφτεται ο Woody. από το «Toy Story.» Νιώθω ότι είναι το παιδί που έχει μείνει πίσω κι αρνείται να μεγαλώσει, νιώθω ότι είναι people pleaser και προσπαθεί να κάνει συνέχεια τους άλλους ευτυχισμένους και ο συμβολισμός στο 4 ήταν ότι επιτέλους θα ’χει τη δική του φωνή, κάτι με το οποίο εγώ δεν μπορώ να συμβιβαστώ, γι’ αυτό μάλλον με ταράζει τόσο πολύ… Τον Woody τον αγαπώ πάρα πολύ! Νομίζω είναι καλύτερος από μένα αλλά θα ήθελα να είμαι σαν αυτόν.
Πολύ ωραίο.
Και λογοτεχνία…
Και λογοτεχνία, ναι.
Που ταυτίζομαι ε;
Ή που θα ήθελες να ταυτιστείς.
Παλιότερα είχα κάτι πολύ έντονα αλλά δεν το βλέπω πιά καθόλου. Το «Καλημέρα Θλίψη» της Françoise Sagan. Είχε μια αλαζονεία νιότης, μια επιπολαιότητα και κάτι το οποίο το αναγνώριζα πολύ καθαρά.
Και σε χαρακτηρίζει, πιστεύεις, αυτή…
Όχι νομίζω ότι πιά… Αν το ξαναδιάβαζα σήμερα νομίζω ότι θα μ’ εκνεύριζε αυτό το κορίτσι. Σκέφτομαι… Σήμερα…
Διάβασες κάτι σήμερα;
Όχι, σκέφτομαι σήμερα τι θα ’λεγα. Γιατί το «Καλημέρα Θλίψη» δε μου ταιριάζει πλέον καθόλου. Ίσως μου ταιριάζει πιο πολύ ο «Ξένος.»
Πάμε σε κάτι άλλο. Τι κάνεις για ν’ αδειάζει το μυαλό σου;
Κάθομαι σπίτι μου με τις γάτες μου. Μ’ αρέσει πολύ αυτό. Να κοιτάω το ταβάνι και να καταναλώνω αηδίες. Οπτικοακουστικά.
«Νομίζω πως, αν υπήρχαν περισσότεροι πόροι, οι άνθρωποι, οι ιδέες, τα καινούργια μυαλά, η διαφορετικότητα και οι μη δεδομένες προσεγγίσεις υπάρχουν. Αν σκεφτόμαστε «έχουμε ιδέες, αλλά ποιος θα τις δει;», κάνουμε τεράστιο λάθος. Όταν παράγουμε χαμηλού επιπέδου υλικό, είναι λογικό ο κόσμος να συνηθίζει και να περιμένει χαμηλού επιπέδου υλικό.»

Ενδιαφέρον.
Τον τάραξα τον Σπύρο τώρα. (γέλια)
Πώς είναι μια ιδανική σου μέρα όταν δεν έχεις δουλειά;
Εγώ θα ήθελα 3 ημέρες τη βδομάδα να μην έχω δουλειά.
Και πώς θα χωρίζονται οι ασχολίες αυτές τις μέρες;
Λοιπόν… Τη μία – όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά – να δω φίλους κι αγαπημένους, τη μία να καθαρίσω όλο το σπίτι – με ξεκουράζει πάρα πολύ να ’ναι καθαρός ο χώρος μου και τακτοποιημένος…
Οκέι, το ακούω.
Και τη μία να κάτσω στο σπίτι μόνη μου στην ησυχία και ν’ ακούω ραδιόφωνο…
Κλείνοντας, θα πάμε σε μια ενότητα που αφορά την κατάσταση του ελληνικού σινεμά το 2026. Τι πιστεύεις ότι λείπει περισσότερο απ’ το ελληνικό σινεμά – εκτός από λεφτά; Το κάνω πιο δύσκολο…
Βήμα… Σε νεότερους ανθρώπους και πιο πειραματικά πράγματα…
Και πώς θα δινόταν βήμα δηλαδή;
Με τα λεφτά! Χαχαχα! Απλώς τα ονόμασα βήμα!
Έχεις δει μια διαφήμιση που παιζόταν τους τελευταίους μήνες στα ελληνικά σινεμά που έλεγε ότι η χρηματοδότηση του ελληνικού κινηματογράφου αντιστοιχεί σε ένα μπουκάλι νερό και μια καραμέλα το χρόνο για κάθε πολίτη… Σκέψου. Anyway, σε διέκοψα.
Νομίζω πως, αν υπήρχαν περισσότεροι πόροι, οι άνθρωποι, οι ιδέες, τα καινούργια μυαλά, η διαφορετικότητα και οι μη δεδομένες προσεγγίσεις υπάρχουν. Αν σκεφτόμαστε «έχουμε ιδέες, αλλά ποιος θα τις δει;», κάνουμε τεράστιο λάθος. Όταν παράγουμε χαμηλού επιπέδου υλικό, είναι λογικό ο κόσμος να συνηθίζει και να περιμένει χαμηλού επιπέδου υλικό.Αν όμως αυτό βελτιωθεί, αλλάζει και η προσδοκία του κοινού. Το βλέπουμε και στην τηλεόραση. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι ξένες πλατφόρμες παρουσιάζουν σειρές στις οποίες κάθε επεισόδιο μοιάζει σχεδόν με μια μικρή ταινία. Κι εμείς επιμένουμε ακόμη να γυρίζουμε, ας πούμε, τρία επεισόδια σε δύο μέρες.
Εντάξει γίνονται κάποιες προσπάθειες όμως…
Γίνονται, βέβαια γίνονται!
Εγώ έβλεπα τη «Μεγάλη Χίμαιρα» ας πούμε τώρα πρόσφατα…
Αν, για παράδειγμα, από τα δέκα πράγματα που παρουσιάζουμε, το ένα είναι κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο, δεν υποστηρίζω ότι αυτό το ένα θα πετύχει οπωσδήποτε. Αλλά πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να δοκιμαστεί. Και αυτή τη στιγμή οι ευκαιρίες δεν δίνονται.
Αλήθειες λες. Οπότε, καπάκι τώρα σε αυτό, γιατί πιστεύεις ότι το ελληνικό κοινό δεν ενδιαφέρεται τόσο για τις διαφορετικές ταινίες; Για το arthouse, που λέμε, σινεμά;
Είναι ένας κύκλος πραγμάτων… Το κοινό το εκπαιδεύεις. Οι νεότεροι άνθρωποι έχουνε μάθει ότι δε θα βρουν αυτό που ψάχνουνε σε αυτά τα τρία σημεία που τους είναι διαθέσιμα, άρα θα το ψάξουνε αλλού… Και οι άνθρωποι που έχουνε ξεμείνει, είναι οι τελευταίοι του πάρτι και πάνε ακόμη σινεμά ή βλέπουν ακόμη τηλεόραση, περιμένουν να δουν αυτό που βλέπανε πριν 40 χρόνια. Αν κατακλύσεις αυτά τα μέσα με νέες ιδέες, θα έρθει κι ο νέος κόσμος, και θα επιστρέψει δηλαδή σ’ αυτά τα μέσα.
Εσύ τι θεωρείς ότι είναι επιτυχία σήμερα στο χώρο της τέχνης, του σινεμά, του θεάτρου;
Είναι πολύ δύσκολο να ορισθεί αυτό γιατί έχουμε μάθει από τα σχολικά μας χρόνια και η επιτυχία συνδέεται με την επιβράβευση… Και σήμερα στα θέατρα η επιτυχία συνδέεται με το sold out, στους κινηματογράφους η επιτυχία με τις εισπράξεις, κτλ κτλ κτλ. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι δύσκολα μετρήσιμη η πραγματική επιτυχία. Επιτυχία μπορεί να είναι το – για μένα – το να με σταματήσει ένας άνθρωπος στο δρόμο και να μου πει ότι είδε μία παράσταση που παιζότανε στο δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου που έχει 38 θέσεις και του άρεσε. Αυτό για μένα είναι επιτυχία. Έτσι την αντιλαμβάνομαι εγώ και έτσι εισπράττω το αποτέλεσμα της δουλειάς μου ως επιτυχές.
Οκέι. Πόσο εύκολο είναι να είναι κανείς ηθοποιός σήμερα και πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να ξεκινάει κανείς ως ηθοποιός σήμερα;
Έχει τις δυσκολίες της αυτή η δουλειά, αλλά πολλές φορές νιώθω άσχημα να μιλάω γι’ αυτές, γιατί, έτσι κι αλλιώς, κάθε επάγγελμα έχει τις δικές του δυσκολίες. Και, με βεβαιότητα, υπάρχουν άνθρωποι που ταλαιπωρούνται εξίσου – χωρίς να είναι διαγωνισμός – στη δουλειά τους και στον βιοπορισμό τους.
Η μεγαλύτερη δυσκολία του να είσαι ηθοποιός είναι η αβεβαιότητα. Κάθε τρεις με έξι μήνες αλλάζεις περιβάλλον. Αυτό μπορεί να σημαίνει «ψάχνω δουλειά, δεν ξέρω αν θα έχω δουλειά, δεν ξέρω ποιοι θα είναι οι άνθρωποι στην ομάδα μου, αν θα περάσω καλά, αν θα συναντήσω ανθρώπους που θα με αδικήσουνε»
Υπάρχει, δηλαδή, μια γενικότερη αβεβαιότητα. Και η μεγαλύτερη από όλες είναι, αν βγάλουμε στην άκρη το τι θα είναι αυτό που θα έρθει και ποιοι θα είναι μαζί σου, το πιο απλό: «Θα έρθει καν; Θα έχω δουλειά μόλις τελειώσει αυτή η παράσταση; Θα έχω δουλειά σε 3 μήνες από τώρα;»
Και αυτό είναι κάτι που σε δυσκολεύει όσο καιρό υπάρχεις μέσα σε αυτόν τον χώρο. Αλλά δυσκολεύει και τους ανθρώπους που σκέφτονται να καταπιαστούν με αυτό, να πάρουν την απόφαση να αφήσουν μια πιο σταθερή ζωή και να αφοσιωθούν σε κάτι που θα τους τροφοδοτεί συνεχώς με μια αίσθηση ανασφάλειας και αβεβαιότητας.
Ναι. Αυτό πιστεύεις ότι έχει χειροτερέψει ή βελτιωθεί κάπως τα τελευταία χρόνια; Από την κρίση και μετά ας πούμε…
Δεν έχω τόσα χρόνια στην πλάτη μου για να ξέρω αν έχει χειροτερέψει… Κι είμαι πολύ μέσα σ’ αυτό για να μπορέσω να συγκρίνω…για να κοιτάξω πίσω μου, ας πούμε, και να δω αν η εξέλιξη αυτή ήταν καλύτερη ή χειρότερη. Θα πρέπει νομίζω να περάσουν κι άλλα χρόνια για να δούμε πίσω και να καταλάβουμε αυτές που σήμερα μας φαίνονται λεπτές διαφοροποιήσεις στο πέρασμα των χρόνων – σ’ εμένα, στη δική μου την πορεία και την ζωή – αλλά σίγουρα την εποχή που ξεκινούσα εγώ, μου δώσανε πακέτο και 2 βαλίτσες με βαρίδια του παρελθόντος που δεν τα έπλασα και δεν τα έφερα εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο. Και αναγκάστηκα να τα διαχειριστώ.
Χμμ… Δύο ακόμη ερωτήσεις. Η πρώτη είναι «τι θέλεις να θυμάται ο κόσμος από σένα;»
Όταν πεθάνω; (γέλια)
Γενικά.
Θέλω, αν μιλούν για μένα, να λένε ότι είμαι ένας άνθρωπος με χιούμορ. Αυτό είναι κάτι που εκτιμώ.
Εντάξει αυτό το ’χεις νομίζω.
Λες;
Λέω, ναι.
Χαίρομαι πάρα πολύ.
Ωραία, και πες μας ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια τώρα.
Λοιπόν… Κάνουμε γυρίσματα για τη δεύτερη σεζόν του «Φόνοι στο Καμπαναριό.» Θα ξεκινήσει από το φθινόπωρο να προβάλλεται στον Alpha. Και επίσης από το φθινόπωρο θα είμαι και πάλι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου – για μια ακόμη χρονιά, για ακόμη μια φορά με τη Νάνσυ Μπούκλη, σε κάτι καινούργιο, αλλά και με τον Άγγελο Νεράντζη. Είναι κάτι που πιστεύω ότι θα ’ναι πολύ ωραίο. Είμαι σίγουρη, χωρίς να έχουμε ξεκινήσει καν πρόβες. Αλλά είναι μια ομάδα που κερδίζει.
