Ανάμεσα στις ταινίες που διακρίθηκαν στο 28ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ήταν και το «Δεν Κοστίζει Τίποτα» της Μαίρης Μπουλή. Το βραβευμένο έργο με Χρυσό Αλέξανδρο για πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες είναι ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ που καταγράφει την εμπειρία μιας νέας δότριας ωαρίων στην Ελλάδα.
Μου τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον όχι μόνο για το ίδιο το θέμα, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατο και ελάχιστα συζητημένο, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο η Μαίρη επιλέγει να το προσεγγίσει: μέσα από την προσωπική εμπειρία της Δανάης Παπαδάκη, μιας νέας γυναίκας, χωρίς τη διαμεσολάβηση της «αντικειμενικής» φωνής των ειδικών. Η Δανάη διαπραγματεύεται το σώμα της, την φωνή της και πολλές φορές τα όρια της απέναντι σε ένα αδιάφορο ιατρικό σύστημα. Μέσα από καθημερινές στιγμές με τον πολυαγαπημένο γάτο της Salem, τους φίλους της, στο σπίτι και στη δουλειά της, καταγράφεται ένα κοντινό και ειλικρινές πορτρέτο μιας αόρατης διαδικασίας, αλλα και η συχνά περίπλοκη πραγματικότητα του να είσαι νέος στην Ελλάδα σήμερα.
Από μικρού μήκους ντοκιμαντέρ όπως το «Laundromat in Athens: A tale of urban reality» (2023) που ακολουθεί ανθρώπους στο εβδομαδιαίο τελετουργικό πλυσίματος των ρούχων τους στο πλυντήριο της γειτονιάς, το «Πήγα, είδα, άκουσα» (2020) για το ζήτημα της προσβασιμότητας στην Ελλάδα μέχρι το πρώτο της μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, η δουλειά της Μαίρης ξεχωρίζει γιατί ο άνθρωπος αγκαλιάζεται και μπαίνει πάντα στο κέντρο, με έναν τρόπο απολύτως πιστό στην ματιά της γενιάς μας.
«Θέλω να μιλήσω για το πώς νέες θηλυκότητες βιώνουν σήμερα τον κόσμο. Αυτό νιώθω ότι λείπει. Δεν βλέπω συχνά ντοκιμαντέρ στα οποία να «με βλέπω» μέσα σε αυτά.»
Όταν δημιουργείς ένα ντοκιμαντέρ κάνεις πάντα επιλογές. Τι θα συμπεριλάβεις, τι θα αφήσεις έξω, πώς θα μοντάρεις το υλικό. Τι είναι για σένα το ντοκιμαντέρ; Πρέπει να καταγράφει «αντικειμενικά» την πραγματικότητα ή κάθε ντοκιμαντέρ αναπόφευκτα παρουσιάζει μια συγκεκριμένη οπτική;
Πιστεύω πολύ στο υποκειμενικό. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει «αντικειμενικότητα». Όσο και να προσπαθήσεις, όσο και να αποστασιοποιηθείς, δεν γίνεται να βγάλεις την ματιά σου απ’ έξω. Ακόμη και αν επιχειρήσεις να μην πάρεις θέση, είναι κι αυτό μια θέση. Δεν είναι όμως κακό αυτό. Το ντοκιμαντέρ είναι το πώς εσύ βλέπεις τον κόσμο. Εάν έπαιρναν το ίδιο θέμα δέκα άνθρωποι θα δημιουργούσαν δέκα διαφορετικά ντοκιμαντέρ. Για μένα είναι μαγικό και με γοητεύει το πώς η ίδια πραγματικότητα μπορεί να παρουσιαστεί με μοναδικό τρόπο, μέσα από τις διαφορετικές επιλογές του δημιουργού.
Τι θα ήθελες να είναι τα δικά σου ντοκιμαντέρ;
Θέλω να μιλήσω για το πώς νέες θηλυκότητες βιώνουν σήμερα τον κόσμο. Αυτό νιώθω ότι λείπει. Δεν βλέπω συχνά ντοκιμαντέρ στα οποία να «με βλέπω» μέσα σε αυτά. Είναι πολύ συχνό να είναι από ανδρικές οπτικές – όχι όλα, κι ευτυχώς αυτό αλλάζει σιγά-σιγά – αλλά και απο μια παλαιότερη γενιά. Αυτό είναι αρκετά σύνηθες γιατί στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις μια ταινία κι έτσι μέχρι να φτάσει ένα άτομο στο σημείο να δημιουργήσει την ταινία του, συχνά ανήκει πλέον σε μια μεγαλύτερη γενιά. Λείπει η ματιά της γενιάς μας στο ντοκιμαντέρ και θα ήθελα μέσα από την δουλειά μου να εξερευνήσω θέματα που μας αφορούν, που είναι ίσως πιο ανεξερεύνητα.
Γι’ αυτό και στο «Δεν κοστίζει τίποτα» αποφάσισα να βάλω πολλά στοιχεία όπως την κατάληψη, την καθημερινότητα της Δανάης, την συγκατοίκηση, τα γατιά. Όλα αυτά ήταν στοιχεία που πολύ συνειδητά ήθελα να συμπεριλάβω γιατί ενώ μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με την δωρεά ωαρίων, συνδέονται με το προφίλ μιας νέας δότριας στην Ελλάδα. Ποιά είναι μια δότρια, πως ζει; Είναι πολύ τυπικό στοιχείο για παράδειγμα να βγαίνει ο μήνας με το ζόρι, ή να μην βγαίνει και καθόλου.
Είναι ίσως κι αυτή η ανάγκη να μιλήσεις για αυτές τις εμπειρίες της γενιάς μας που σε τράβηξαν στο ντοκιμαντέρ, αντί για παράδειγμα σε μία ταινία fiction;
Είναι πολύ διαφορετική δουλειά το fiction. Δεν το αποκλείω αλλά σε αυτή την φάση δεν είμαι εκεί ακόμα. Μου αρέσει πάρα πολύ να κινηματογραφώ ανθρώπους που παίζουν τον εαυτό τους. Με ενθουσιάζει γιατί πάντα γίνεται και μία δουλειά για να αφεθεί ο άλλος, το οποίο είναι και μια ψυχολογική διαδικασία. Χτίζεις εμπιστοσύνη, μπαίνεις στην ζωή ενός ανθρώπου. Είναι πιο συναισθηματικό, δεν είναι τεχνική καθαρά. Το ντοκιμαντέρ δεν γίνεται να το κάνεις χωρίς συναίσθημα, θα βγει άψυχο. Όσο καλή τεχνική και εξοπλισμό και να χεις, εάν δεν στρωθείς να κάνεις αυτή την ψυχολογική δουλειά και με τον εαυτό σου και με τους χαρακτήρες σου, δεν θα βγει.

Λες ότι πάντα γίνεται μια δουλειά για να αφεθεί ο άλλος, ωστόσο, οι άνθρωποι συχνά συμπεριφέρονται διαφορετικά όταν γνωρίζουν ότι καταγράφονται στην κάμερα. Είναι δυνατόν να αποτυπώσεις τους ανθρώπους πέρα από τις δικές τους ερμηνείες για τον εαυτό τους ή υπάρχει πάντα μια προσαρμογή στην παρουσία της κάμερας;
Σίγουρα υπάρχει πάντα μια στάση που κρατάμε μπροστά στην κάμερα, όμως αυτό που μου φαίνεται ενδιαφέρον είναι ότι και αυτή η στάση είσαι εσύ. Ναι, υπάρχει μια κάμερα που σε καταγράφει και όλοι θέλουμε να φανούμε ωραίοι. Τι σημαίνει «ωραίοι» όμως; Για τον καθένα το ωραίο σημαίνει κάτι διαφορετικό. Μπροστά στην κάμερα θα πεις πράγματα που πιστεύεις ότι δημιουργούν μια ωραία εικόνα για σένα, αλλά ακόμα κι εκεί δεν θα πουν όλοι τα ίδια. Ας πούμε, στο «Δεν Κοστίζει Τίποτα» η Δανάη μιλούσε πολύ για την αλληλεγγύη. Αυτό, ναι μεν ήταν ένα αρχικού σταδίου περφόρμανς γιατί δεν με ήξερε οπότε ξεκινούσε κι έλεγε πράγματα για τον εαυτό της και απ’ τα πρώτα που της ερχόταν ήταν αυτό. Ταυτόχρονα όμως λέει πάρα πολλά για την ίδια το ότι απ’ όλα τα θέματα για τα οποία θα μπορούσε να μιλήσει, επέλεξε να μιλήσει γι’ αυτό. Άρα, λοιπόν, και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγεις να παρουσιάσεις τον εαυτό σου μπροστά στην κάμερα είναι κομμάτι του ποιος είσαι.
«Μου αρέσει πάρα πολύ να κινηματογραφώ ανθρώπους που παίζουν τον εαυτό τους.»
Ακόμα και χωρίς την κάμερα νομίζω, πάντα όλοι δείχνουμε μόνο κάποιες πλευρές του εαυτού μας. Δεν μπορείς ποτέ να δεις το 100% του άλλου.
Ακριβώς!
Την Δανάη πως την γνώρισες;
Από έρευνα. Είχε μια φίλη που δούλευε σε μία κλινική, εγώ είχα μιλήσει με μια άλλη κοπέλα που δούλευε επίσης στην ίδια κλινική γιατί έπαιρνα συνεντεύξεις από διάφορα άτομα στον χώρο της εξωσωματικής και απο δότριες, οπότε ξέρεις, γνωστός γνωστού, έφτασα κάποια στιγμή στην Δανάη.
Και πώς χτίστηκε αυτή η σχέση εμπιστοσύνης; Στο ντοκιμαντέρ η Δανάη μιλάει πολύ ανοιχτά αλλά βλέπουμε και στιγμές πιο ιδιωτικές, για παράδειγμα κατα την διαρκεια των εξετάσεων της στην γυναικολογική κλινικη. Περάσατε πολύ χρόνο μαζί πριν ξεκινήσετε τα γυρίσματα;
Περάσαμε. Περάσαμε σίγουρα (γελάει). Νομίζω πως χτίστηκε οργανικά. Γενικότερα, όταν επιλέγω χαρακτήρες για ένα ντοκιμαντέρ, μου αρέσει να επιλέγω ανθρώπους με τους οποίους μπορώ πραγματικά να συνδεθώ, ανθρώπους με τους οποίους θα έκανα παρέα. Πάντα βρίσκεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στους άλλους, κάτι σου κάνει κι εσένα κλικ.
Με τη Δανάη θέλαμε να κάνουμε παρέα από τότε που γνωριστήκαμε, οπότε η σχέση μας χτίστηκε και σε στιγμές εκτός γυρίσματος. Δεν βρισκόμασταν μόνο για να γυρίσουμε. Κάποια στιγμή τη ρώτησα «πώς και τόση εμπιστοσύνη;» και μου είπε, για πλάκα, ότι είναι επειδή βρισκόμαστε στην ίδια φάση και είμαστε και οι δύο άφραγκες! (γέλια)
Ενώ το είπε για αστείο, νομίζω ότι τελικά ισχύει πως όταν τραβάς κάποιον από το ίδιο σύμπαν με σένα, όταν έχετε παρόμοια προβλήματα και παρόμοιες αγωνίες, είναι πιο εύκολο να έρθετε κοντά.
Αυτά τα γυρίσματα έγιναν ανάμεσα στις δουλειές όλων μας. Είχε τύχει να δουλεύω δωδεκάωρο σε ένα άλλο γύρισμα και μετά να βρίσκομαι με τη Δανάη. Το ίδιο συνέβαινε και με τα παιδιά της κάμερας και του ήχου, αλλά και με την ίδια τη Δανάη. Αυτή η πάλη να χωρέσουμε το ντοκιμαντέρ μέσα στις μέρες και στις ζωές μας μάς έφερε κοντά.
Δεν είναι ότι έρχεται κάποιος από την Αμερική να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για σένα με πολλά λεφτά. Ήμασταν όλοι στην ίδια φάση και αυτό δημιούργησε μια πολύ μεγαλύτερη οικειότητα.

«Εγώ ήθελα να δω το βίωμα μιας κοπέλας, που θα μπορούσα να είμαι εγώ, εσύ, η φίλη μου. Δεν ήθελα να υπάρχει η αίσθηση ότι έρχεται κάποιος να σου επικυρώσει ότι το βίωμα σου μετράει. Ήθελα να αναδείξω την φωνή της Δανάης.»
Η δουλειά σου έχει μια φυσικότητα, λόγω της απουσίας μουσικής υπόκρουσης και του αργού ρυθμού, αλλά και κινηματογραφικότητα, χάρη στις προσεγμένες συνθέσεις των πλάνων και της δικής σου «αορατότητας» ως δημιουργού. Πώς κατέληξες σε αυτό το ύφος;
Πολλά πράγματα τα πάω με το ένστικτο οπότε είναι πολύ πιθανό να εντοπίζεις κάποια πράγματα που εγώ δεν τα βλέπω. Το κάθε θέμα μου βγάζει άλλα πράγματα. Ας πούμε με το «Laundromat in Athens», τα πλυντήρια και ο συνεχόμενος ήχος τους μου έβγαλαν κάτι πολύ διαλογιστικό. Οπότε ο αργός ρυθμός ταίριαζε. Τώρα, για το «Δεν Κοστίζει Τίποτα», η ζωή της Δανάης ήταν πιο γρήγορη και μου έβγαλε κάτι διαφορετικό. Έτσι το προσεγγίζω. Το ψάχνω ακόμα βέβαια, δεν έχω κάνει αρκετά πράγματα για να πω ότι έχω ένα συγκεκριμένο στυλ. Κάθε φορά ανάλογα με το θέμα και ανάλογα με την ιστορία αισθάνομαι άλλα πράγματα οπότε το στυλ μου αλλάζει και εξελίσσεται.
Πως προσεγγίζεις τον ήχο και την μουσική στην δουλειά σου; Κι εκεί πας με το ένστικτό σου;
Ναι, αλλά και η έρευνα στο δίνει αυτό. Έρευνα δεν εννοώ μόνο διάβασμα, εννοώ να μιλάς με ανθρώπους, να πηγαίνεις στους χώρους που σχετίζονται με την ζωή τους, οπότε μετά βλέπεις εικόνες, ακούς. Ας πούμε στο μπαρ που δούλευε η Δανάη τι μουσική παίζει; Τι μουσική ακούει σπίτι της; Ήταν ένας συνδυασμός από πράγματα που έβλεπα και άκουγα, αλλά και από δικά μου βιώματα στην έντονη ζωή της Αθήνας, όπου συνέχεια τρέχεις από εδώ κι από εκεί. Οπότε ήθελα να είναι αυθεντικό ως προς αυτό. Σε αυτό το ντοκιμαντέρ δεν ήθελα να βάλω κάτι λυρικό, ήθελα beat. Αυτό ταίριαζε. Και στάθηκα και τυχερή γιατί ενώ έκανα την ταινία, στη πολυκατοικία που έμενα, μετακόμισε ένας νέος γείτονας, ο Αστέρης, που τελικά έκανε και την μουσική. Άκουγα την μουσική που έπαιζε και μου άρεσε και σκεφτόμουν σε ποιά σκηνή θα ταίριαζε κάθε φορά. Έτσι γνωριστήκαμε και του μίλησα.
Το «Δεν Κοστίζει Τίποτα» μιλάει για την δωρεά ωαρίων μέσα από το βίωμα μιας νέας κοπέλας, της Δανάης. Είναι ένα θέμα που εγώ προσωπικά δεν το έχω δει να συζητιέται. Τι σε έκανε να το επιλέξεις;
Αυτό ξεκίνησε γιατι ήθελα εγώ να δώσω ωάρια, μαζί με μία από τις δύο φωτογράφους, την Ασημίνα που είναι φίλη μου πολλά χρόνια. Είχε δώσει μια γνωστή μας και λέμε «α, να δώσουμε κι εμείς, να βγάλουμε κάποια λεφτά, να το περάσουμε και μαζί». Έτσι ξεκίνησα να ψάχνω την διαδικασία, πώς θα γίνει όλο αυτό, τι ορμόνες θα πάρουμε και δεν έβρισκα τίποτα. Ήταν πολύ δύσκολο, έπρεπε να «σκάψω» στην 10η σελίδα του Google για να βρω ένα επιστημονικό άρθρο. Οπότε εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως λείπει η εμπειρία μιας δότριας. Εν τέλει δεν δώσαμε ωάρια γιατί λίγο μας σταμάτησε το ότι υπήρχε τόσο μεγάλη έλλειψη ενημέρωσης, ότι οι έρευνες γύρω απ’ τις ορμόνες είτε δεν υπήρχαν καθόλου, είτε έμοιαζαν να είναι υποτυπώδεις. Βέβαια, μετά ήρθε η σκέψη να κάνουμε μια ταινία γι’ αυτό.
Η έλλειψη έρευνας σίγουρα κάτι δείχνει, ίσως για το νομοθετικό πλαίσιο γύρω από την διαδικασία;
Νομίζω λέει περισσότερα για το ερευνητικό κομμάτι. Έχω γνωρίσει και άτομα που δώσανε ωάρια πολλές φορές και δεν ζορίστηκαν καθόλου. Υπάρχουν άτομα που με μία φορά ζορίζονται μετά για έναν χρόνο. Το θέμα είναι ότι δεν ερευνάται άρα δεν υπάρχει και τρόπος να ξέρεις πώς θα τα σκάσει το κάθε σώμα. Είναι ζαριά. Δηλαδή μπορεί να πάει τέλεια και να μην έχεις κανένα πρόβλημα, μπορεί να βγάλεις κύστες, να ταλαιπωρείσαι και να πάει όλο λάθος. Ή να είσαι κάπου στη μέση.
Γιατί αποφάσισες να βάλεις την Δανάη στο κέντρο αυτού του ντοκιμαντέρ; Θα μπορούσες να έχεις μιλήσει με διάφορους φορείς, ειδικούς, άλλες δότριες ωαρίων. Τι σε τράβηξε στο ατομικό βίωμα;
Εμένα αυτό με ενδιέφερε. Αυτό ένιωθα ότι έλειπε. Μπορείς να βρεις συνεντεύξεις από γιατρούς ή από νομικούς αλλά δεν ήθελα κιόλας να έρθει κάποιος από μία θέση εξουσίας για να εξηγήσει το πώς είναι τα πράγματα. Εγώ ήθελα να δω το βίωμα μιας κοπέλας, που θα μπορούσα να είμαι εγώ, εσύ, η φίλη μου. Δεν ήθελα να υπάρχει η αίσθηση ότι έρχεται κάποιος να σου επικυρώσει ότι το βίωμα σου μετράει. Ήθελα να αναδείξω την φωνή της Δανάης.
Σε όλο το ντοκιμαντέρ βλέπουμε τη Δανάη να βιώνει έντονο πόνο για τον οποίο το ιατρικό σύστημα μοιάζει να μην την έχει προετοιμάσει, να περνάει μεγαλύτερες ορμονικές αλλαγές απ’ όσες περίμενε και να έρχεται αντιμέτωπη με συμπεριφορές γιατρών που, όπως περιγράφει η ίδια στο τέλος του ντοκιμαντέρ, έχουν αφήσει ένα σημαντικό αποτύπωμα πάνω της και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται πλέον την διαδικασία της δωρεάς ωαρίων. Πώς διαχειρίστηκες την ηθική σύγκρουση που προέκυπτε από τον ρόλο σου ως παρατηρήτριας ενώ η Δανάη ζούσε αυτές τις εμπειρίες και τι έμαθες από αυτό; Μπήκες ποτέ στον πειρασμό να παρέμβεις;
Ένιωσα άσχημα πολλές φορές. Το περίεργο είναι, και αυτό είναι που έμαθα απ΄αυτή την διαδικασία, ότι μπορεί να έχεις 5-6 απόψεις για το τι θεωρείται σεξιστικό ή μη, αλλά την στιγμή που συμβαίνει κάτι παγώνεις. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Υπήρχε όμως και το κομμάτι του γυρίσματος, δηλαδή ξέρεις ότι όταν κινηματογραφείς κάτι έχεις την απόδειξη ότι συνέβη. Εκείνη την στιγμή συμβαίνουν πράγματα και σκέφτεσαι «αυτό συνέβη όντως; αυτό το είπε όντως;». Η αντίδραση μου ήταν να περιμένω να δω τι θα γίνει και να μην κλείσω την κάμερα. Ήταν σημαντικό γιατί η κατάσταση του γυρίσματος έγινε μετά και μια δικλείδα ασφαλείας για την Δανάη. Ήθελε κιόλας να είμαστε μέσα την ώρα του χειρουργείου στην ωοληψία και το προσπαθήσαμε αλλά δεν μας έδωσαν άδεια. Δημιουργήθηκε μια σχέση προστασίας, σαν να προστάτευε η κάμερα την Δανάη.
Πώς πιστεύεις ότι θα αντιδράσει το κοινό όταν δει το ντοκιμαντέρ;
Θα σου πω. Νομίζω πως παίζει ρόλο και το βίωμα στο πώς αντιδράει κάποιος. Γιατί και το ντοκιμαντέρ δείχνει απλά τι γίνεται, δεν το έχουμε υπερτονίσει εσκεμμένα. Από γυναίκες θεατές και γενικότερα θηλυκότητες στην Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις, πολύς θυμός προς το ιατρικό σύστημα. Τώρα από άντρες θεατές – όχι όλους πάλι – αλλά υπήρχαν συγκεκριμένα παραδείγματα που μου έκαναν πάρα πολλή εντύπωση στο πως δεν αντιλήφθηκαν καθόλου την δυσκολία. Έχω υπάρξει και μπροστά σε συζητήσεις που είναι για παράδειγμα ένα ζευγάρι και ο ένας ήταν σε φάση «δεν κατάλαβα γιατί δυσκολευόταν τόσο» και η άλλη είχε τρελαθεί που δεν μπορούσε να το καταλάβει. Είμαι περίεργη λοιπόν να δω πως θα πάει αυτό όταν προβληθεί η ταινία.
Το ντοκιμαντέρ έχει πολλές γυναικείες αναφορές και ως προς τον πόνο. Δεν είναι δηλαδή ότι η Δανάη λέει συνέχεια ότι πονάει, αλλά το καταλαβαίνεις απ’ το πώς κάθεται, πώς ακουμπάει την κοιλιά της. Όταν έκανα το μοντάζ ασχολήθηκα πολύ πέρα απ’ το τι λέει στην κάθε σκηνή, στο να παρατηρώ το σώμα της. Η Δανάη είναι τόσο εκφραστική που δεν κρύβεται ό,τι και να νιώθει, μπορεί να σου λέει «είμαι τέλεια» αλλά θα την δεις πως κάθεται, πως κουνιέται. Είναι και χορεύτρια άρα τα σωματοποιεί όλα. Αλλά αν δεν έχεις βιώσει, ας πούμε, περίοδο δεν ξέρεις τι σημαίνει όταν μαζεύεσαι και κουλουριάζεσαι γιατί πονάς. Εγώ αυτό που έμαθα από αυτή την ταινία είναι πόση έλλειψη ενημέρωσης υπάρχει γενικά. Για παράδειγμα, υπήρξαν άντρες που με ρώτησαν με έκπληξη «έτσι γίνεται δηλαδή η γυναικολογική εξέταση;». Κάτι που είναι δεδομένο για μια γυναίκα, μου έκανε εντύπωση ότι πολλοί δεν το ξέρουν.
Ένα σημαντικό θέμα του ντοκιμαντέρ είναι το κόστος. Η Δανάη επιλέγει ελεύθερα να δωρίσει τα ωάρια της και αποζημιώνεται γι’ αυτό, χρήματα που θα χρησιμοποιήσει για να συντηρηθεί ως μια οικονομικά επισφαλής νέα γυναίκα στην Αθήνα. Τι σημαίνει όμως «ελεύθερη επιλογή» όταν το επαρκές εισόδημα είναι σπάνιο;
Κοίτα, καμία επιλογή δεν είναι τελείως ελεύθερη γιατί όλοι χρειαζόμαστε χρήματα για να ζήσουμε και τα χρήματα αυτά κάπως πρέπει να βγουν. Εκτός και αν έχεις πέντε Airbnb στην Αθήνα ας πούμε, αυτά τα λεφτά με το ζόρι φτάνουν οπότε μετά πρέπει να βρεις κάποιον τρόπο να βγάλεις και κάτι έξτρα. Απ’ την άλλη υπάρχουν πολλοί τρόποι να βγάλει κανείς έξτρα χρήματα, δεν σου βάζει κανείς το μαχαίρι στο λαιμό να γίνεις δότρια. Στεκόμαστε πολύ στο οικονομικό, όμως υπάρχει κι ένα αλτρουιστικό κομμάτι το οποίο – ενώ έχει εμπορευματοποιηθεί πολύ – δεν αναιρείται. Είναι ωραίο να βοηθήσεις μια γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει παιδιά να κάνει. Ειδικά αν εσένα δεν σε απασχολεί αυτό το ζήτημα, γιατί να μην το κάνεις;
Ναι, σίγουρα υπάρχει και το αλτρουιστικό κομμάτι. Όμως, η Δανάη μιλάει για το τι θα κάνει με τα χρήματα που θα λάβει: κάποια θα πάνε για να καλύψει τα έξοδα κτηνιάτρου για τον γάτο της τον Salem, κάποια θα πάνε για επόμενα ενοίκια, για την αντικατάσταση του κινητού της που είναι εδώ και καιρό σχεδόν χαλασμένο, κάποια θα πάνε για καινούριο πλυντήριο. Για μένα, αυτή η στιγμή δείχνει κάτι παράδοξο : ένα νέο άτομο στην Αθήνα, δίνει τα ωάριά του για να μπορέσει να αγοράσει ένα πλυντήριο και να καλύψει βασικές ανάγκες. Χωρίς να θέλω να απορρίψω το γεγονός ότι η δωρεά μπορεί να είναι κάτι όμορφο και σημαντικό, σκέφτομαι ότι ναι, το επέλεξες, αλλά…
Πόσο ελεύθερη επιλογή είναι;
Ναι.
Έχει ενδιαφέρον αυτό που λες για την επιλογή, γιατί είναι κάτι που θέλω να εξερευνήσω περισσότερο σε μια επόμενη ταινία. Έχω ξεκινήσει μια έρευνα για άτομα που έχουν OnlyFans, το οποίο έχει ένα κοινό στοιχείο με τη δωρεά ωαρίων: και τα δύο άνθισαν μέσα στην καραντίνα, σε μια περίοδο εγκλεισμού αλλά και μεγάλης οικονομικής ανασφάλειας. Εγώ εστιάζω σε άτομα που το κάνουν από επιλογή και όχι επειδή βρίσκονται σε οικονομική ανάγκη. Αλλά και πάλι, είναι μεγάλη συζήτηση το τι σημαίνει πραγματικά «επιλογή». Όταν κάτι διαφημίζεται τόσο έντονα, το να το επιλέξεις είναι μεν επιλογή, αλλά είναι μια επιλογή που έχει προηγηθεί από πολύ μεγάλη έκθεση και πολύ μεγάλο σπαμάρισμα. Και το OnlyFans και η δωρεά ωαρίων διαφημίζονται πάρα πολύ.
Θέλω να σε πάω σε κάτι άλλο τώρα και να μου πεις τι έχεις μάθει από την εμπειρία της δημιουργίας αυτού του ντοκιμαντέρ τόσο ως δημιουργός όσο και ως άνθρωπος. Τι ελπίζεις να κουβαλήσεις μαζί σου στο μέλλον;
Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντική η ομάδα. Με τους ίδιους συντελεστές θα κάνω και την επόμενη ταινία μου. Είναι σημαντική γιατί πλαισιώνει τον χαρακτήρα τον οποίο κινηματογραφείς, δηλαδή εσύ μπορεί να κάνεις την δουλειά για να έρθετε κοντά και να υπάρξει εμπιστοσύνη αλλά έχουν σημασία τα άτομα που βρίσκονται στο γύρισμα και μετά και η μετέπειτα διαδικασία, το μοντάζ, η μουσική. Έχει σημασία το πως συλλογικά αγκαλιάζεις έναν άνθρωπο με τρόπο που να μην είναι παρεμβατικός στην ζωή που ζει και μοιράζεται. Προσπαθώ να το λέω πάντα σε συνεντεύξεις αυτό. Δεν είναι η ταινία της Μαίρης, είναι η ταινία μας. Μπορεί να είχα την αρχική ιδέα και να σκηνοθέτησα αλλά κάθε κομμάτι είναι σημαντικό για να βγει αυτό το αποτέλεσμα.

«Το σκέφτομαι πολύ τελευταία και κάποιος το έχει πει κιόλας, ότι ίσως παλαιότερα υπήρχε η αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μετά. Πλέον κάνουμε ταινίες χωρίς να μας αφορά το μέλλον. Όλα είναι στο παρόν και στο τώρα.»
Θέλω να μου μιλήσεις και για την διάκριση σου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πως ένιωσες όταν αναγνωρίστηκε η δουλειά σου;
Σοκ. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Κανείς μας δεν το περίμενε. Ειδικά όταν είναι και η πρώτη μεγάλη δουλειά που κάνεις, δεν περιμένεις να πάρεις κάποια διάκριση. Τουλάχιστον έτσι μαθαίνουμε εδώ πέρα. Κάνεις κάτι επειδή σου αρέσει να το πάρεις και ποτέ δεν περιμένεις κάτι. Και μετά κάπως ένιωσα ότι «Α! Γίνεται.» Εμείς ήμασταν ήδη χαρούμενοι που ήμασταν σε διαγωνιστικό τμήμα, παρτάραμε μόνο γι’ αυτό.
Σου έδωσε μια ώθηση να συνεχίσεις;
Ναι, σίγουρα. Ένιωσα ότι δεν είναι απίθανο και νομίζω όλοι το χρειαζόμασταν αυτό. Ήταν πολύ ωραίο το συναίσθημα. Και πρακτικά, γιατί αυτές οι σφραγίδες μετράνε καλώς ή κακώς, και το μερίδιο από τα χρήματα του βραβείου είπα ότι θα πάει στην επόμενη μου ταινία οπότε εκεί που δεν υπήρχε κανένα μπάτζετ τώρα υπάρχει κάτι για να ξεκινήσω. Δεν το θεωρώ βέβαια αυτονόητο, είναι πολύ πιθανό να πάρεις ένα βραβείο και μετά να μην ξαναπάρεις χρηματοδότηση γιατί υπάρχει πάρα πολύς ανταγωνισμός.
Τι θα έλεγες σε κάποιον που θέλει να κάνει το πρώτο του ντοκιμαντέρ;
Να κάνει ένα ντοκιμαντέρ που θα έβλεπε. Πρέπει να βρεις μέσα σου το κίνητρο, ότι αυτό το θέμα πραγματικά σε ενδιαφέρει. Να μην σκέφτεσαι ότι πρέπει να βρεις ένα θέμα που θα αρέσει, να κάνεις αυτό που αρέσει σε σενα, να είναι ειλικρινές.
Μήπως είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ το πιο δύσκολο και μετά είναι πιο εύκολα τα πράγματα;
Και το δεύτερο δύσκολο είναι! (γέλια)
Πώς βλέπεις τον εαυτό σου στο μέλλον;
Ιδέα δεν έχω! Θα ήθελα να κάνω κι άλλες ταινίες, θα ήθελα να μην μείνω στην Ελλάδα, υπάρχει μια σκέψη για Ολλανδία αλλά θα δούμε. Θα ήθελα να βιοπορίζομαι από το ντοκιμαντέρ αν και σε αυτή την φάση το βλέπω πολύ ουτοπικό όλο αυτό. Μου φαίνεται πάντα τόσο θολή αυτή η ερώτηση γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει στο μέλλον, μπορεί να πεθάνω απ την κλιματική αλλαγή αύριο (γέλια). Το σκέφτομαι πολύ τελευταία και κάποιος το έχει πει κιόλας, ότι ίσως παλαιότερα υπήρχε η αίσθηση ότι υπάρχει κάτι μετά. Πλέον κάνουμε ταινίες χωρίς να μας αφορά το μέλλον. Όλα είναι στο παρόν και στο τώρα.
* Το ντοκιμαντέρ «Δεν Κοστίζει Τίποτα» θα προβληθεί στις 15 Οκτωβρίου στο σινεμά Δαναός (@danaos_cinema) στην Αθήνα. Προβολές θα γίνουν επίσης στη Λάρισα (9 Οκτωβρίου, Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο), στον Βόλο (10 Οκτωβρίου, Αχίλλειον), στη Θεσσαλονίκη (21 Οκτωβρίου, Ολύμπιον) και στην Πάτρα (21 Οκτωβρίου, Θέατρο Λιθογραφείον). Περισσότερες πληροφορίες στο πρόγραμμα του @cinedoc και στη σελίδα του ντοκιμαντέρ @atnocost.film.
Συντελεστές:
Με την Δανάη Παπαδάκη (@d.anaep_)
Σκηνοθεσία: Μαίρη Μπουλή (@mairy_bouli)
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ασημίνα-Λυδία Διονυσοπούλου (@asiminako), Γεωργία Αρβανίτη (@geoarvaniti)
Μοντάζ: Γιώργος Τσάπης (@giorgos_tsap)
Πρωτότυπη μουσική: DJ ASTERIX (@asterix.16)
Ηχοληψία: Αλκαίος Νικολάου-Μιχαήλ, Μαρίνος Σπαγουλάκης (@cookos_8 @mraneurysm)
Color Correction: Μαρία Τζωρτζάτου (@maria.tzortzatou.color)
Sound Design: Χαρά Κωνσταντάρα (@chara.kons)
Animation: Άγης Ρόμπολας (@agisilaos_rompolas)
Title Design: Εύα Παπαγιάννη (@eve.papagianni)
VFX : Κώστας Σαρδέλης, Παντελής Αναστασιάδης (@midnight_vfx)
Υποτιτλισμός: Αλεξάνδρα Δυράνη-Μαούνη (@maouscript)
Σχεδιασμός Αφίσας: Theodore Duck (@theodoreduck_art)
Παραγωγή: Λεωνίδας Λιάμπεης (Long Run Productions) (@longrunproductions), ΕΡΤ (@ertofficial), με την υποστήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ (@ekkomed_gr)
Οργάνωση παραγωγής: @dialechtiki
Ελληνική Διανομή: @cinedoc