Η πρώτη φορά που είδα την ολίνα στη σκηνή ήταν στο Αγοραφοβικό Φεστιβάλ, το 2024. Θυμάμαι να με κερδίζει από τα πρώτα κιόλας τραγούδια, με έναν τρόπο που έκανε δύσκολο να στρέψεις αλλού την προσοχή σου. Είχε κάτι αφοπλιστικό η παρουσία της, αλλά και ο τρόπος που εναλλασσόταν ανάμεσα στην τρυφερότητα, το χιούμορ και μια ιδιότυπη θεατρικότητα. Δύο χρόνια αργότερα, η ολίνα έχει πια κυκλοφορήσει τον πρώτο της δίσκο, Τι σε συγκίνησε;, και έχει δώσει ακόμη περισσότερη έκταση σε αυτόν τον ιδιαίτερο κόσμο που άρχισα να ανακαλύπτω τότε. Έναν κόσμο από ανεκπλήρωτους έρωτες, παράδοξες ιστορίες, προσωπικά βιώματα και μικρές καθημερινές συγκινήσεις.
Με αφορμή τον δίσκο, μιλήσαμε για τη μουσική και τη γραφή, την αμφιβολία, τη δημιουργική διαδικασία και όλα εκείνα που συμβαίνουν ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Στις 6 Νοεμβρίου, η ολίνα ανεβαίνει ξανά στη σκηνή, αυτή τη φορά για την πρώτη της προσωπική συναυλία στο ΙΛΙΟΝ Plus, όπου θα παρουσιάσει ζωντανά το «Τι σε συγκίνησε;».
«Δεν μου αρέσει η νταρκίλα που δεν καταλήγει σε κάτι γλυκό ή αστείο. Ίσως γιατί είμαι κι εγώ έτσι σαν άνθρωπος· μου αρέσει το χιούμορ, η τρυφερότητα, η αισιοδοξία. Μου αρέσει να αφήνω κάτι γλυκό να υπάρχει.»
Γράφεις πάντα το όνομά σου με πεζά, «ολίνα». Πότε το αποφάσισες αυτό, και υπάρχει κάτι που η ολίνα μπορεί να πει πάνω σε μια σκηνή που η Όλγα δεν θα το έλεγε στην καθημερινή της ζωή;
Το «ολίνα» είναι το χαϊδευτικό μου, αυτό που με φώναζαν στο σπίτι· οι φίλοι από παλιά με λένε Όλγα. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι ρόλος, αλλά για μένα είναι η πιο ευαίσθητη, παιδική μου πλευρά. Η μικρή ολίνα δεν είχε δεύτερες σκέψεις· ήταν αφιλτράριστη και αθώα. Γι’ αυτό το γράφω με μικρά, και το σβήνω όταν το γράφουν με κεφαλαία. Εκείνη τολμάει να πει όσα η Όλγα ντρέπεται.
Αυτή είναι πλευρά μου που θα τη βρεις και στη μουσική: δεν μου αρέσει η νταρκίλα που δεν καταλήγει σε κάτι γλυκό ή αστείο. Ίσως γιατί είμαι κι εγώ έτσι σαν άνθρωπος· μου αρέσει το χιούμορ, η τρυφερότητα, η αισιοδοξία. Μου αρέσει να αφήνω κάτι γλυκό να υπάρχει.
Λες ότι το «Τι σε συγκίνησε;» γράφτηκε μέσα σε λίγα λεπτά, σηκώθηκες απ’ τον καναπέ και ξεκίνησες να γράφεις. Τι κάνεις τις μέρες που η έμπνευση δεν έρχεται έτσι; Πώς είναι η σχέση σου με την αναμονή;
Δεν περιμένω την έμπνευση να μου χτυπήσει την πόρτα. Γράφω όταν έχω τις κεραίες μου ανοιχτές για να τη δεχτώ, και έτσι νιώθω ότι το ελέγχω. Στο «Τι σε συγκίνησε;» η έμπνευση ήρθε όντως ξαφνικά, αλλά ήμουν ήδη σε περίοδο που έγραφα το άλμπουμ και ένιωθα ότι μου έλειπε ακόμα ένα τραγούδι, οπότε ήμουν πιο δεκτική.
Συνήθως αποφασίζω ότι θα κάτσω να γράψω και το αντιμετωπίζω σαν δουλειά, δεν αφήνομαι στην έμπνευση τόσο ρομαντικά. Ό,τι μου συμβαίνει εκείνες τις περιόδους το σημειώνω στο κινητό, σε προτάσεις ή στιχάκια, και ύστερα το κάνω τραγούδι.
Υπάρχουν όμως και περίοδοι που αφοσιώνομαι σε άλλα πράγματα: στην προώθηση του δίσκου, στις συνεντεύξεις, στην οργάνωση του λάιβ, που έχει πολλά λοτζιστικς πίσω του, από τα ρούχα μέχρι τα σκηνικά. Άλλες φορές κρατάω την έμπνευση για την προσωπική μου εξέλιξη, για τους ανθρώπους μου, για τις σχέσεις μου. Η μουσική δεν είναι πια, για μένα όπως και για τους περισσότερους καλλιτέχνες, απλώς να γράφεις τα τραγούδια και να αναλαμβάνει κάποιος άλλος τα υπόλοιπα. Πρέπει να κρατάω κάτι και για αυτά, κάτι καλό και δημιουργικό, αν και κάποιες φορές θα ήθελα απλά να κάθομαι να γράφω τραγούδια. Ειδικά όταν χρειάζεται να είσαι και ενδυματολόγος, και ηχολήπτης, και social media manager, και τραγουδίστρια, παθαίνεις ένα μπερν άουτ.
Η γραφή θέλει και διαλείμματα. Αν με αφήσεις σε μια περίοδο της ζωής μου, θα γράψω δέκα τραγούδια για το ίδιο πράγμα. Έχει νόημα να βουτήξεις μέσα σου και να δεις πού βρίσκεσαι τώρα, κάποιο καιρό μετά, και τι καινούργιο υπάρχει. Και, βέβαια, υπάρχουν και μέρες που δεν κάνω απολύτως τίποτα.


«Δεν έχουμε πια και τόσα πολλά ερεθίσματα, καταναλώνουμε ό,τι μας σερβίρει ο αλγόριθμος. Και κάποιες φορές, σαν καλλιτέχνης, νιώθεις ότι αναγκάζεσαι να θυσιάσεις κάτι για να βγεις προς τα έξω, ότι πρέπει να συμμετέχεις σε αυτό.»
Είσαι απ’ τους λίγους καλλιτέχνες που ξέρω που γράφουν σημειώσεις για κάθε τραγούδι, πέρα απ’ τους στίχους, και τις δημοσιεύουν. Γιατί πήρες αυτή την απόφαση;
Δεν το πολυσκέφτηκα. Από πολύ μικρή έγραφα πολύ, και στη μουσική θέλω να δημιουργώ κόσμους. Δεν θέλω να γράψω ένα τραγούδι, να το πω και τέλος, θέλω να υπάρχει και μια ιστορία, ένα ποίημα, ένα πιο φαντασιακό βίντεο. Μου αρέσει να λέω μια ολοκληρωμένη ιστορία.
Είπες στον papatanice, στο τέλος ενός μουσικού σέσιον σας, «λες να φανώ απλώς μπερδεμένη;» για το πόσο διαφορετικά είναι μεταξύ τους τα ηχοχρώματα του δίσκου. Αυτή την αμφιβολία τη νιώθεις μόνο στη δουλειά, ή είναι κάτι που σε ακολουθεί γενικότερα όταν φτιάχνεις οτιδήποτε δικό σου;
Αμφιβάλλω, ποτέ δεν είμαι σίγουρη για το τι θέλω να κάνω ή αν θα αρέσει στον κόσμο. Για να καθησυχάσω αυτόν τον φόβο, γίνομαι proactive: κάνω μαθήματα φωνητικής, ώστε αν αμφιβάλλω κάποια στιγμή για τη φωνή μου, να ξέρω ότι κάνω το καλύτερο που μπορώ. Αντίστοιχα, στη ζωή κάνω ψυχοθεραπεία, για να προλαβαίνω τις αμφιβολίες και τον τρόπο που αντιδρώ.
Με τον ήχο του δίσκου το έζησα καθαρά. Στα πρώτα μου κομμάτια πριν τον δίσκο δεν ένιωθα ότι είχα βρει τον εαυτό μου μουσικά και είχα πει στον Θωμά ότι θέλω να κάτσουμε να βρούμε τον ήχο μου. Όταν τελειώσαμε και τα άκουσα όλα μαζί, το αποτέλεσμα ήταν αρκετά ετερόκλητο, και τότε με ανησύχησε. Με τον καιρό σταμάτησε να με πειράζει, γιατί συνειδητοποιώ ότι, ακόμα κι αν τα μουσικά είδη δεν είναι ακριβώς ίδια, υπάρχει ένα συγκεκριμένο ύφος στον τρόπο που γράφω και τραγουδάω.
Λες ότι τα ρεμπέτικα σε συγκινούν πιο πολύ απ’ όλα όσα ακούς σήμερα. Τι νομίζεις ότι κουβαλάνε που η δική σου γενιά μουσικών δεν έχει μάθει ακόμα να κουβαλάει με τον ίδιο τρόπο;
Νιώθω ότι τα ρεμπέτικα έχουν μια ωμότητα και μια συμφιλίωση με τον πόνο που σήμερα λείπει από εμάς. Δεν έχουν την αισθητική επιμέλεια που κάνουμε εμείς, και, ενώ εμείς εκφραζόμαστε κυρίως μέσα από τα ατομικά μας βιώματα, το ρεμπέτικο κάπως συλλογικοποιεί τα αισθήματα.
Νομίζω ότι αυτή η επιμέλεια έχει γίνει σε εμάς ανάγκη λόγω των social: πρώτα κάποιος θα δει την εικόνα σου κάπου και μετά θα ακούσει τη μουσική. Εμένα, βέβαια, μου αρέσει και λίγο, γιατί μου αρέσει η σκηνοθεσία και το να δημιουργώ εικόνες. Μετά από ένα σημείο, όμως, όλο αυτό σού κοστίζει σε ενέργεια. Δεν έχουμε πια και τόσα πολλά ερεθίσματα, καταναλώνουμε ό,τι μας σερβίρει ο αλγόριθμος. Και κάποιες φορές, σαν καλλιτέχνης, νιώθεις ότι αναγκάζεσαι να θυσιάσεις κάτι για να βγεις προς τα έξω, ότι πρέπει να συμμετέχεις σε αυτό.
Στο «Δεν είπαν» γράφεις για έναν έρωτα που δεν έγινε ποτέ πράξη, μια αγάπη-σιωπή. Πώς σκηνοθετείς μουσικά κάτι που, εξ ορισμού, δεν ειπώθηκε ποτέ;
Αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν και υπάρχουν στη φαντασία μου, και από εκεί εμπνέομαι. Όλα προκύπτουν από έναν συνδυασμό της προσωπικής μου ιστορίας με ένα πιο σουρεαλιστικό, φαντασιακό στοιχείο. Αυτός ο έρωτας συνέβη μέσα μου, ίσως και ανάμεσά μας, ίσως και μέσα στον άλλον. Εγώ έγραψα για αυτό που συνέβη μέσα μου, το ανεκπλήρωτο άλλωστε είναι ένα πολύ κοινό βίωμα. Ακόμα και αν οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού δεν τα είπαν μεταξύ τους, η ολίνα τα λέει.
«Υπάρχει ένα τραγούδι από το οποίο δεν έχω καταφέρει να πάρω απόσταση: «οι φίλες μου». Όταν το έγραφα, είχα στο μυαλό μου τις φίλες μου και τα βιώματά τους. Στα λάιβ το τραγουδάνε κι εκείνες μαζί μου, και ξέρει η καθεμία τι έχω γράψει για εκείνη.»


Υπάρχουν τραγούδια σου που ακόμα, τόσες φορές μετά, σε πιάνουν απροετοίμαστη πάνω στη σκηνή; Ή έχεις καταφέρει, με τον καιρό, να χτίσεις μια απόσταση απ’ τα πιο εκτεθειμένα σου κομμάτια όταν τα τραγουδάς live;
Υπάρχει ένα τραγούδι από το οποίο δεν έχω καταφέρει να πάρω απόσταση: «οι φίλες μου». Όταν το έγραφα, είχα στο μυαλό μου τις φίλες μου και τα βιώματά τους. Στα λάιβ το τραγουδάνε κι εκείνες μαζί μου, και ξέρει η καθεμία τι έχω γράψει για εκείνη. Δεν με ενδιαφέρει να πάρω απόσταση ούτε από το τραγούδι ούτε από τα συναισθήματα που μου προκαλεί. Συνδέομαι με τη μουσική εκείνη τη στιγμή και καταλαβαίνω γιατί τα κάνω όλα αυτά.
Με συγκίνησε πάρα πολύ να βλέπω και άλλους ανθρώπους να το ζουν στο λάιβ. Πριν από μερικά χρόνια, όταν είχα παίξει στο In Orbit, ήταν τρία δακρυσμένα έφηβα κορίτσια που ήταν αγκαλιά όσο το τραγουδούσα. Αυτή είναι μια εικόνα που δεν νομίζω να ξεχάσω.
Στα βίντεό σου φαίνεται ότι γράφεις σενάρια, όχι μόνο τραγούδια. Τι σου δίνει η εικόνα που δεν σου δίνει μόνο ο ήχος;
Γράφω συνέχεια σενάρια στις εικόνες που φτιάχνω για τα κομμάτια μου. Μου αρέσει να δημιουργώ ολοκληρωμένες εικόνες, και μου αρέσει πολύ ο σουρεαλισμός και η σκηνοθεσία, είναι ένας χώρος όπου μπορώ να τον εξερευνήσω. Δεν μου δίνει κάτι διαφορετικό από τη μουσική απλά συνήθως έρχεται να με ολοκληρώσει.
Λες ότι το σπίτι σου είναι το «φίλτρο» σου: κλείνεις την πόρτα, αφήνεις όσα ζεις να καταλαγιάσουν, τα κάνεις στιχάκια. «Δημιουργική πέψη» το λες. Τι συμβαίνει τις φορές που κάτι δεν χωνεύεται, που μένει εκεί, ανεπεξέργαστο, και δεν γίνεται ποτέ τραγούδι;
Αν η μουσική είναι ο χώρος όπου επεξεργάζομαι όσα έχω κάπως χωνέψει, η ψυχοθεραπεία είναι ο χώρος ένα βήμα πριν: εκεί δίνω μορφή σε όσα δεν ξέρω και κάνω πιο συγκεκριμένο αυτό που νιώθω. Συνήθως έτσι ξεκινάνε και οι στίχοι, από σημειώσεις της ψυχοθεραπείας μου, που δουλεύω σιγά σιγά. Είναι κάπως σαν ανασκαφή, σκάβεις μέσα σου και κάποια στιγμή εμφανίζεται και ο στίχος.
«Αυτό που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα είναι η μεγάλη συναυλία που θα κάνω: κάτι αμιγώς δικό μου, με τη δική μου αισθητική και όπως ακριβώς το θέλω εγώ. Νομίζω ότι με τη συναυλία θα κλείσει και επίσημα αυτός ο κύκλος.»

Ο δίσκος κυκλοφόρησε. Τι κουβαλάς μέσα σου τώρα που δεν χωρούσε πουθενά μέσα στα δώδεκα τραγούδια και περιμένει τον επόμενο;
Να σου πω την αλήθεια, όσα είχα να πω τα είπα, και δεν έχω βρει ακόμα τι θα πω στη συνέχεια. Μέσα από τη διαδικασία ήρθα πολύ σε επαφή με τον εαυτό μου και με όλη τη δουλειά που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί ο δίσκος, και έπαθα ένα μίνι μπερν άουτ. Νομίζω ότι στον επόμενο δίσκο θα ξεκινήσω πάλι από την αρχή να με ανακαλύπτω.
Αυτό που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα είναι η μεγάλη συναυλία που θα κάνω: κάτι αμιγώς δικό μου, με τη δική μου αισθητική και όπως ακριβώς το θέλω εγώ. Νομίζω ότι με τη συναυλία θα κλείσει και επίσημα αυτός ο κύκλος. Όταν τελειώνεις έναν δίσκο και τον αφήνεις να ταξιδέψει, είναι λίγο σαν να χάνεις τον στόχο, γιατί ως τότε ο στόχος ήταν να γραφτεί ο δίσκος. Το λάιβ με βοήθησε να βρώ έναν καινούργιο.
Ραπίντ φάιρ
Αν το «Batman» ήταν κοκτέιλ, τι θα είχε μέσα;
Αυτό που πίνω εγώ τώρα: ένα κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ, γιατί πίνω πολύ σπάνια πλέον. Ο Μπάτμαν άλλωστε θα είχε δουλειές να κάνει μετά. (γελάει)
Έναν στίχο που έγραψες κατά λάθος και τελικά τον κράτησες γιατί σου άρεσε πιο πολύ.
Στις «Φίλες μου» υπάρχει ένας στίχος που όλοι μου έλεγαν ότι δεν βγάζει νόημα: «οι φίλες μου δεν χάσανε καμία ελπίδα όταν τους την κλέψανε σαν να ήταν τσάντα». Εγώ τον κράτησα γιατί τον έβρισκα λίγο αστείο, και μέσα στα πιο δύσκολα πράγματα του τραγουδιού μου άρεσε που υπήρχε εκεί.
Ποιο ζώδιο θα ήταν το άλμπουμ σου, αν ήταν άνθρωπος;
Υδροχόος, σαν εμένα. Λίγο αλλοπρόσαλλο.
Χαρτορίχτρα, καουμπόισσα-φάντασμα ή ρολόι-άνθρωπος: ποιος χαρακτήρας απ’ τα βίντεό σου θα ήθελες να ‘σαι για μια μέρα;
Σίγουρα χαρτορίχτρα, για να μπορώ να δω το μέλλον.
Ολίνα, τι σε συγκίνησε πρόσφατα;
Αυτό που με συγκινεί πάντα, μόνιμα, καθημερινά, είναι τα ζώα. Σήμερα είδα ένα βίντεο με δελφίνια που έπαιζαν μεταξύ τους και με συγκίνησε πολύ.

* Στις 6 Νοεμβρίου, η ολίνα παρουσιάζει για πρώτη φορά ζωντανά το άλμπουμ της «Τι σε συγκίνησε;» στο IΛΙΟΝ Plus (@ilion_plus), στην Αθήνα, στην πρώτη της προσωπική συναυλία.
Πληροφορίες και εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/olina-live-at-ilion-plus/