Τρυπώσαμε στο σπίτι σου
απομεσήμερο μετά τις τρεις
σαν κλέφτες αξιολύπητοι
μη μας ακούσουν οι καταδότες συγγενείς
και πάνε και προδώσουνε
το πλιάτσικο που επρόκειτο να κάνουμε
και δείξουν με το δάχτυλο εμάς κατηγορούμενες
Το σπίτι όπως τ’ άφησες:
Η κάμαρα σου ακόμα με τα παραθυρόφυλλα μισάνοιχτα
μα ξέκλεψες ίσως μια ματιά εκείνο το καλοκαιρινό πρωί
πριν κάνεις την μοιραία βουτιά στην θάλασσα
που αδιάλλακτη
δε συγχωρεί κολυμβητές απρόσεκτους
και πνίγει μ’ αδιαφορία κι έπαρση
Το κρεβάτι σου άστρωτο, ακατάστατο κι ανέγγιχτο
να επιστρέψεις περιμένει
Τα εικονίσματα στο κομοδίνο σου
αποζητούνε την λατρεία
μιας ισχυρής και αθώας πίστης-της δικής σου
και το γραφείο σου γεμάτο με γραπτά (ημιτελή γραπτά – γραπτά δικά σου)
αρνείται να παραδοθεί στην παρακμή της σκόνης
-και όμως καλυμμένο απ’ αυτήν απ’ άκρη σ’ άκρη-
τη σκόνη την παντοτινή που καταδιώκει τη ζωή μας
αντικαθιστώντας την με μνήμη
Χρόνος…
χρόνος έχει περάσει από δώ
και μυρωδιά θανάτου μένει
γι’ αυτό κι εμείς – αδέξιοι κλέφτες –
αρπάζουμε γρήγορα να σώσουμε ό,τι βρούμε :
μυθιστορήματα διηγήματα πεζά και ποιήματα
μην καταπιεί κι εμάς η Μνήμη
μη μας σκεπάσει η σκόνη
μη και μας πνίξει η Άγρια Θάλασσα
Πάρε την Δημουλά και κρύψτηνε καλά
Να και ο Ρένος, μα βάλε λίγο φρένο
μην και ξυπνήσουμε τους συγγενείς
-δεν θα ναι ευγενείς-
αν καταλάβουν πως εμείς περάσαμε
απ’ το ερημωμένο σπίτι
Δυό φευγαλέες μορφές
κλείνουνε το δεξί τους μάτι στο βασίλειο σου
εκεί που κυριαρχούν οι σκιές του σήμερα
κι οργιάζουν οι αναμνήσεις του χθες
Κι εσύ
μας χαμογελάς με πυγμή
απ’ το βυθό.