Poesía Sin Fin - Alejandro Jodorowsky (2016)

ΠΟΙΟΣ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ανδρέας Θεοδωρακόπουλος

|

Επικοινωνιολόγος - Αρθρογράφος

27/06/2026

Γιατί το marketing, το επιχειρείν και η εξωστρέφεια δεν είναι εχθροί της δημιουργίας αλλά προϋποθέσεις για να φτάσει η τέχνη στην κοινωνία.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος

 

Υπάρχουν φορές που μια συζήτηση δεν τελειώνει όταν σβήσουν τα φώτα μιας εκδήλωσης. Αντίθετα, συνεχίζει να δουλεύει μέσα σου για ημέρες, προκαλώντας σκέψεις, ερωτήματα και αμφιβολίες. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτό το άρθρο.

Πριν από λίγες ημέρες, στο Surf & Earth στο Κουκάκι, πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση «MITOSÉ: Τα δικαιώματα της δημιουργίας», μια πρωτοβουλία του Έαρ Magazine και του LAB Society. Ήταν μια βραδιά αφιερωμένη στην καλλιτεχνική διαδικασία, στις ιδέες που αναζητούν μορφή, στα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη και στα ερωτήματα που συνοδεύουν κάθε δημιουργική πράξη. Στη συζήτηση συμμετείχαν ο συγγραφέας και παραγωγός Άρης Μπολέτσης, ο δικηγόρος Ορέστης Μιχελεκάκης από την AP Law Firm και εγώ ως άνθρωπος της επικοινωνίας και του marketing. Παράλληλα, η ζωγράφος Χρύσα Γελασάκη δημιουργούσε ζωντανά έναν πίνακα μπροστά στο κοινό, προσφέροντας μια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τη γέννηση ενός έργου τέχνης τη στιγμή του τοκετού.

Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από τη δημιουργία, την πνευματική ιδιοκτησία, τη σχέση του καλλιτέχνη με το έργο του και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα όποιος επιχειρεί να εκφραστεί μέσα από την τέχνη. Φεύγοντας από εκείνο τον χώρο, μου έμεινε μια αίσθηση ότι υπάρχει μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει πιο θαρραλέα. Μια συζήτηση που αφορά όχι μόνο τους καλλιτέχνες αλλά και την ίδια την κοινωνία. Μια συζήτηση για το πώς η τέχνη θα αποκτήσει την εξωστρέφεια που χρειάζεται ώστε να αναδειχθούν νέοι δημιουργοί, να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες και κυρίως να περάσει η τέχνη από τους περιορισμένους κύκλους των μυημένων στο ευρύ κοινό.

Το βασικό ερώτημα είναι απλό. Τι σημαίνει τέχνη χωρίς κοινό; Τι σημαίνει ένα έργο που δημιουργήθηκε με πάθος, γνώση και ταλέντο, αλλά δεν φτάνει ποτέ στους ανθρώπους; Πόσο διαφορετικό είναι ένα αριστούργημα που παραμένει αόρατο από ένα έργο που δεν δημιουργήθηκε ποτέ;

Η τέχνη, ασφαλώς, δεν δημιουργείται για να πουλήσει. Δημιουργείται για να εκφράσει, να ερμηνεύσει, να συγκινήσει, να προκαλέσει, να αμφισβητήσει. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της καλλιτεχνικής πράξης δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη δημιουργία. Βρίσκεται στη συνάντηση του έργου με τον άνθρωπο. Ένα βιβλίο αποκτά ζωή όταν διαβαστεί. Ένα τραγούδι όταν ακουστεί. Ένας πίνακας όταν κάποιος σταθεί μπροστά του και αφιερώσει χρόνο για να τον κοιτάξει.

Και εδώ αρχίζει μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις που συνοδεύουν τον χώρο της τέχνης. Η αντίληψη ότι το marketing και το επιχειρείν αποτελούν απειλή για την καλλιτεχνική δημιουργία. Ότι η προώθηση είναι κάτι σχεδόν ανήθικο. Ότι η δημοσιότητα υποβαθμίζει την ποιότητα. Ότι η αγορά αλλοιώνει την αυθεντικότητα.

Πρόκειται για μια αντίληψη που ακούγεται ευγενής αλλά συγκρούεται με την πραγματικότητα και την ιστορία της ίδιας της τέχνης.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά την ιστορία του πολιτισμού, θα διαπιστώσουμε ότι πίσω από κάθε μεγάλο καλλιτέχνη υπήρξαν άνθρωποι που λειτούργησαν ως γέφυρες ανάμεσα στο έργο και στο κοινό. Υπήρξαν πάτρωνες, εκδότες, συλλέκτες, παραγωγοί, επιμελητές, γκαλερίστες και άνθρωποι της επικοινωνίας που διέκριναν την αξία ενός δημιουργού και ανέλαβαν το δύσκολο έργο της διάδοσής της.

Στην Ελλάδα, το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι ο Αλέξανδρος Ιόλας. Ο Ιόλας δεν ήταν ζωγράφος ούτε γλύπτης. Ήταν όμως ένας άνθρωπος που κατάλαβε ότι η τέχνη χρειάζεται πρεσβευτές. Χρειάζεται ανθρώπους που θα τη φέρουν σε επαφή με το κοινό, που θα ανοίξουν πόρτες, που θα δημιουργήσουν δίκτυα, που θα μετατρέψουν τη δημιουργία από ατομική πράξη σε κοινωνικό γεγονός. Το ίδιο συνέβη και με μεγάλους γκαλερίστες διεθνώς, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάδειξη ολόκληρων καλλιτεχνικών ρευμάτων.

Παρόλα αυτά, σήμερα συχνά ακούμε νέους καλλιτέχνες να συμβουλεύονται να μην κυνηγούν τις γκαλερί, να μην σκέφτονται την αγορά, να μην ασχολούνται με την προβολή, να μην επενδύουν στην επικοινωνία. Η συμβουλή συνοδεύεται συνήθως από την ιδέα ότι αν το έργο είναι αρκετά καλό, κάποιος θα το ανακαλύψει μόνος του.

Αναρωτιέμαι, όμως, σε ποιον άλλο επαγγελματικό χώρο θα δίναμε μια τέτοια συμβουλή. Αν κάποιος καλλιεργεί πατάτες, θα του λέγαμε να τις κρατήσει στο υπόγειό του περιμένοντας να τον ανακαλύψει ο μανάβης; Αν κάποιος έχει μια καινοτόμο επιχείρηση, θα του λέγαμε να μην παρουσιάσει ποτέ το προϊόν του στην αγορά; Αν κάποιος γράψει ένα βιβλίο, θα του προτείναμε να μην επικοινωνήσει με εκδότες;

Γιατί λοιπόν θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να περιμένει παθητικά την ανακάλυψή του;

Η πραγματικότητα είναι ότι το marketing δεν αποτελεί εχθρό της τέχνης. Το marketing δεν δημιουργεί αξία. Δεν ζωγραφίζει τον πίνακα. Δεν γράφει το ποίημα. Δεν συνθέτει τη μουσική. Αυτό που κάνει είναι να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η αξία που ήδη υπάρχει να γίνει ορατή. Να βρει το κοινό της. Να αποκτήσει παρουσία στον δημόσιο χώρο.

Στην εποχή της υπερπληροφόρησης, όπου καθημερινά παράγονται εκατομμύρια εικόνες, βίντεο, τραγούδια και κείμενα, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη δημιουργίας αλλά η έλλειψη προσοχής. Ο σημερινός καλλιτέχνης δεν ανταγωνίζεται μόνο άλλους καλλιτέχνες. Ανταγωνίζεται το TikTok, το Netflix, το Instagram, τις ειδήσεις, τις πλατφόρμες streaming και κάθε μορφή περιεχομένου που διεκδικεί λίγα δευτερόλεπτα από τον χρόνο μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επικοινωνία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης.

Εξίσου σημαντικό είναι να επανεξετάσουμε τον ρόλο της εκπαίδευσης. Οι σχολές καλών τεχνών συνεχίζουν να παράγουν εξαιρετικούς δημιουργούς, αλλά συχνά λειτουργούν με μια εντυπωσιακή εσωστρέφεια. Ελάχιστη συζήτηση γίνεται γύρω από το marketing της τέχνης, την ανάπτυξη κοινού, τη διαχείριση καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας ή την πολιτιστική επιχειρηματικότητα. Κι όμως, οι απόφοιτοι θα βρεθούν σε μια αγορά που απαιτεί όχι μόνο δημιουργικότητα αλλά και ικανότητα επικοινωνίας.

Ίσως έχει έρθει η στιγμή η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών να εξετάσει τη δημιουργία ενός τμήματος ή μιας κατεύθυνσης αφιερωμένης στην Εμπορία, Επικοινωνία και Προώθηση της Τέχνης. Ένα πρόγραμμα που θα φέρνει κοντά καλλιτέχνες, marketers, γκαλερίστες, συλλέκτες και ανθρώπους της πολιτιστικής διαχείρισης. Γιατί η επιβίωση ενός δημιουργού δεν εξαρτάται μόνο από το ταλέντο του αλλά και από την ικανότητά του να το παρουσιάσει στον κόσμο.

Ταυτόχρονα, οφείλουμε να ξανασκεφτούμε και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε την τέχνη. Γιατί οι εκθέσεις αποφοίτων να περιορίζονται σε χώρους που επισκέπτονται κυρίως άνθρωποι ήδη εξοικειωμένοι με την τέχνη; Γιατί να μη μετατραπούν οι σταθμοί του Μετρό σε χώρους παρουσίασης νέων καλλιτεχνών; Γιατί να μη φιλοξενούνται έργα σε αεροδρόμια, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες, εμπορικά κέντρα και πλατείες; Γιατί να περιμένουμε από το κοινό να αναζητήσει την τέχνη αντί να φέρουμε την τέχνη μπροστά στο κοινό;

Τελικά, το μεγάλο διακύβευμα δεν είναι η παραγωγή περισσότερης τέχνης. Είναι η δημοκρατία της ορατότητας. Είναι η δυνατότητα περισσότερων δημιουργών να ακουστούν και περισσότερων πολιτών να έρθουν σε επαφή με την καλλιτεχνική δημιουργία. Είναι η κατάργηση των στεγανών που χωρίζουν την τέχνη από την κοινωνία.

Αν, όπως έγραψε ο Ρίτσος, τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο, τότε οφείλουμε να δημιουργήσουμε και τους δρόμους που θα επιτρέψουν στο τραγούδι να φτάσει στα αυτιά του κόσμου. Γιατί η τέχνη δεν πεθαίνει από την αγορά. Δεν πεθαίνει από το marketing. Δεν πεθαίνει από την εξωστρέφεια. Πεθαίνει όταν παραμένει αόρατη. Και η μεγαλύτερη ευθύνη της εποχής μας είναι να μην επιτρέψουμε να χαθούν άλλοι δημιουργοί μέσα στην αφάνεια.

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο