Από την ατομική έκθεση του Αλέξανδρου Γεωργίου «Νεραϊδόκοσμος το κατακαλόκαιρο» που λαμβάνει χώρα στην αίθουσα τέχνης Ρεβέκκα Καμχή (2026)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ, Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Νίκος Χρονόπουλος

|

Αρθρογράφος

22/07/2026

Γνώρισα τον Αλέξανδρο, πριν δύο χρόνια. Πρώτα ήρθα σε επαφή με το έργο του και μετά τον ίδιο. Αν κάποιος μελετήσει τη δουλειά του, ξεκινώντας από το πρώιμο φωτογραφικό υλικό που ανέδειξε το ΔΕΣΤΕ, μέχρι τους σημερινούς πολύχρωμους καμβάδες του, θα ανακαλύψει άπειρα ταξίδια, ψυχικά και χιλιομετρικά, ενός ανθρώπου τολμηρά ανοιχτού απέναντι στη ζωή και τις εκπλήξεις της. Έχει αλλάξει πολλά δέρματα και διαρκώς ανακαλύπτει καινούρια. Η ευαισθησία με την οποία ζωγραφίζει μεταδίδεται στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους. Όταν του μιλάς νιώθεις ότι παραμένει πάντα νεότερος από όλους τους άλλους παρόντες στο δωμάτιο. Ακόμα και στα ογδόντα του, ο Αλέξανδρος θα είναι νέος. Ίσως βοήθησε ο Γάγγης, ίσως το οφείλει στην αφοπλιστική ειλικρίνειά του και στο θάρρος που έχει αποκτήσει μετά από τόσα κύματα και άμμους. Ακόμα και αν ο ίδιος πολλές φορές δεν το συνειδητοποιεί.

Βρεθήκαμε ένα απόγευμα, στη αίθουσα τέχνης Ρεβέκκα Καμχή, με αφορμή την ατομική του έκθεση «Νεραϊδόκοσμος το κατακαλόκαιρο» και μιλήσαμε για όλα όσα τον καθόρισαν. Στο ισόγειο εκτίθενται φωτογραφίες του από διάφορες περιόδους, με τις οποίες η γκαλερί συμμετέχει στο Athens Photo Festival. Δυστυχώς η συζήτηση δεν χωράει ολόκληρη σε μια συνέντευξη.

N- Σου έχω ξανακάνει παρόμοια η ερώτηση, αλλά πώς προέκυψε ο τίτλος της έκθεσης; Νομίζω σου έχω πει ότι πάντα μου αρέσουν οι τίτλοι που επιλέγεις για τις εκθέσεις σου.

Α- Ήθελα να περιλαμβάνει τον γιό μου με κάποιο τρόπο και παράλληλα επειδή πιστεύω ότι όλοι είμαστε νεράιδες. Ο γιός μου τώρα τελείωσε το πρώτο βιβλίο που διάβασε μόνος του και ήταν τα Moominland Midwinter. Θα ήθελα να μεταφέρω τον τίτλο, αλλά το μεσοχείμωνο έγινε «κατακαλόκαιρο» και η λέξη που μου ταίριαζε ήταν ο νεραϊδόκοσμος. Γιατί και στο βιβλίο έχεις όλα αυτά τα φανταστικά πλάσματα με μεγάλα μάτια που σε κοιτάζουν.

«Νομίζω ότι αν δουλεύεις και ακολουθείς αυθόρμητα αυτό που νιώθεις, θα σε οδηγήσει κάπου. Πάντα πίστευα ότι το μόνο που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να δουλεύει και να δείχνει αυτά που κάνει. Στο τέλος, σε κάποιον θα αρέσουν.»

«Νεραϊδόκοσμος το κατακαλόκαιρο» του Αλέξανδρου Γεωργίου, αίθουσα τέχνης Ρεβέκκα Καμχη (2026)

Ν- Από που ξεκινάει το δικό σου ταξίδι και η ανάγκη να δημιουργήσεις «κάτι»;  Ό,τι και αν είναι αυτό.

Α- Αρχικά, ο πατέρας μου ήταν μαρμαροτεχνίτης. Συνεργαζόταν με τον Γιάννη Παππά και τη Ναταλία Μελά. Είχα μάλιστα βοηθήσει με το άγαλμα του Βενιζέλου όταν ήμουν δεκαέξι. Θεωρούσε ότι πρέπει να μάθω σχέδιο ακόμα και αν δεν ασχοληθώ με τη γλυπτική. Οπότε, στην εφηβεία ξεκίνησα σχέδιο και μου άρεσε αρκετά. Μπήκα στην Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Κοκκινίδη. Στο τρίτο έτος άρχισα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία. Όχι ως φωτογράφος, αλλά πίστεψα στη φωτογραφία ως μέσο. Δεν είχε την υλικότητα του τελάρου. Ήταν επίπεδο. Μετά πήγα στη Νέα Υόρκη και η φωτογραφία έμεινε μαζί μου.

Ν- Η Νέα Υόρκη τι σου προσέφερε;

Α- Ήταν καταπληκτικά!  Ζωγράφιζα, έβγαζα φωτογραφίες και ταυτόχρονα δούλευα. Περνούσα υπέροχα. Κάθε μητρόπολη σου δίνει πολλά ερεθίσματα και νέους τρόπους για να βλέπεις τα πράγματα. Μετά όμως, συνέβη η 11η Σεπτεμβρίου και όλα άλλαξαν. Μέσα σε μια μέρα, αποφάσισα να φύγω για την Ινδία. Απλά μου ήρθε στο μυαλό το  Νέο Δελχί. Πήγα στη πρεσβεία, έβγαλα βίζα και έφυγα. Κολυμπούσα στον Γάγγη, όπου πολλοί πάνε για αποτεφρωθούν στο Βαρανάσι, γιατί εκεί γίνεται η ένωση με το θείο και αν πεθάνεις εκεί, ξεφεύγεις από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων. Όταν κολυμπούσα στον Γάγγη, περνούσα στην απέναντι όχθη  όπου υπήρχε ένα μέρος που όλοι πήγαιναν για τσάι. Κρατούσα στα χέρια μου λίγα χρήματα, περνούσα απέναντι κολυμπώντας, αγόραζα τσάι και το έπινα καθισμένος σε αυτή τη μεγάλη, λευκή έρημο, που υπήρχε στις όχθες του ποταμού. Είναι θαύμα το πώς έζησα. Το ποτάμι τότε ήταν βρόμικο σε σχέση με τώρα, αλλά ποτέ δεν έπαθα τίποτα.

 

Ο ποταμός Γάγγης (φωτ. Αλέξανδρος Γεωργίου)

 

Ν- Τύχη ή θαύμα;

Α- Εκεί συνειδητοποίησα τη διαφορά με την Αμερική και τη Δύση γενικότερα. Στον τρόπο σκέψης όσον αφορά τη πνευματικότητα αλλά και τη λογική. Η επιστήμη θα μου έλεγε πόσο βρόμικο ή επικίνδυνο ήταν το ποτάμι αλλά όταν έχεις πίστη σε κάτι παράλογο, με κάποιον τρόπο λειτουργεί. Εγώ εκείνη τη στιγμή πίστευα, όπως εκατομμύρια ινδουιστές, ότι το ποτάμι είναι το σώμα της θεάς Γάγγα, που ήρθε στη γη, για να αναστήσει τους γιούς ενός βασιλιά. Αυτή τη πνευματικότητα, που ανακάλυψα τότε, ήθελα να μεταφέρω και με τη τέχνη μου.

Ν- Πώς έφτασες στη σειρά «Χωρίς δικό μου όχημα»;

Α- Αποφάσισα ότι ήθελα πάλι να ταξιδέψω και να καταλήξω στην Ινδία. Τώρα βρισκόμαστε στο 2005. Επειδή χρειαζόμουν χρήματα, έκανα μια συμφωνία με κάποιους συλλέκτες και διάφορα άτομα που ήθελαν να βοηθήσουν. Θα ταξίδευα, θα δημιουργούσα μικρά έργα και θα τους τα έστελνα με το ταχυδρομείο. Οπότε ξεκίνησα, από την Τουρκία, με μέσα μαζικής μεταφοράς και έφτασα αρχικά στο Ιράν και μετά πέρασα από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, στην Ινδία. Αυτό ήταν το «Χωρίς δικό μου όχημα Ι: Αθήνα-Βαρανάσι». Στο Ιράν έμεινα δυόμιση μήνες. Τότε ξεκίνησε αυτό με τις επιχρωματισμένες φωτοτυπίες. Φωτογράφιζα, τύπωνα σε φθηνά φωτοτυπάδικα και μετά χρωμάτιζα διάφορα στοιχεία πάνω στη φωτοτυπία. Τα έστελνα ταχυδρομικώς στην Αθήνα. Οπότε ήταν κάτι αντι-μοντέρνο, αντι-instagram,  αντι-τεχνολογικό.

Ν- Φυσικά, όλα αυτά τα έργα, μαζί με τις υπόλοιπες φάσεις του ταξιδιού σου, αξιοποιήθηκαν και προβλήθηκαν από το ΕΜΣΤ σε μια μεγάλη ατομική σου έκθεση. Αλλά πώς επηρέασε το έργο σου αυτή η προσωπική αίσθηση της  πνευματικότητας που ανέφερες πριν;

Α- Η Ινδία σίγουρα με άλλαξε. Έχω διαβάσει τη Μαχαμπαράτα, που είναι συγκλονιστικό βιβλίο. Οι δυτικοί γνωρίζουν ελάχιστα για τον ινδουισμό και γενικά για την ανατολική φιλοσοφία.

Ν- Η αλήθεια είναι ότι άφησες το κέντρο του καπιταλιστικού, αμερικάνικου ονείρου και πήγες να ζήσεις σε μια εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση. Η πατρότητα επίσης, νομίζω μπήκε ξαφνικά στη ζωή σου και άλλαξε πολλά πράγματα. Ίσως και το έργο σου.

Α- Δεν θα είχα έρθει ποτέ να μείνω μόνιμα στην Ελλάδα, αν δεν υπήρχε ο γιός μου. Κάποια πράγματα έχουν έρθει στη ζωή μου με παράξενο τρόπο. Δεν έχω ιδέα τι θα γίνει στο μέλλον. Νομίζω ότι αν δουλεύεις και ακολουθείς αυθόρμητα αυτό που νιώθεις, θα σε οδηγήσει κάπου. Πάντα πίστευα ότι το μόνο που μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να δουλεύει και να δείχνει αυτά που κάνει. Στο τέλος, σε κάποιον θα αρέσουν. Αλλά σίγουρα άλλαξε και η δουλειά μου. Άρχισα πάλι να ζωγραφίζω και μπήκαν νέα χρώματα και εικόνες.

Ν- Και όλοι σε ρωτούν ποια είναι τα παιδάκια στα έργα σου.

Α- Είναι ο σύζυγός μου, εγώ, ο γιός μου. Είναι συναισθηματικές καταστάσεις. Είμαστε όλοι εμείς που, όπως σου είπα, θεωρώ ότι είμαστε νεράιδες ή πνεύματα. Αυτός ο κόσμος είναι μια αντανάκλαση του πνευματικού.

Ν- Μου θυμίζουν και τα μικρά παιδιά που πάντα σε κοιτούν και καταλαβαίνουν περισσότερα από όσα νομίζεις. Όποτε βλέπω τα έργα σου αισθάνομαι περισσότερο, ότι αυτά τα παιδιά κοιτούν εμάς και λένε «ξέρω τι σκέφτεσαι», παρά το αντίθετο.

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο