Μακριά από τα αξιοθέατα της κεντρικής και δυτικής Κρήτης, βρίσκεται ένα απόκοσμο τοπίο, στο ανατολικό άκρου του Λασιθίου. Ξερά θαμνά και πύρινες πέτρες σε εκτάσεις ατέλειωτες. Σπασμένοι δρόμοι και γιδόστρατες. Σκόνη, αλμύρα. Θέλει πείσμα για να ζήσει κάτι ή κάποιος σε αυτές της βουνοπλαγιές και τους γκρεμούς, χαραγμένους από τον αέρα, τον ήλιο και τα κύματα – τους σκληρούς αρχιτέκτονες του ανελέητου τοπίου. Το ίδιο πείσμα μοιράζονται τα θαμνά που φυτρώνουν εδώ, το κατσίκι και ο άνθρωπος. Κάποιοι φύτρωσαν σε αυτόν τον τόπο. Κάποιοι βρέθηκαν εδώ και δεν έφυγαν ποτέ – ή ποτέ δεν έφυγαν μακριά – αλλά έβαλαν ρίζες ανάμεσα στις πέτρες όπως τα αγκάθια, η φασκομηλιά, το θυμάρι. Υπάρχει μια ηρεμία σε αυτόν τον τόπο, όταν πέφτει ο αέρας και παύουν να σκάνε τα κύματα, και ο πύρινος δίσκος του ηλίου βυθίζεται στον απέραντο και άφαντο ορίζοντα. Θαρρείς πως βρίσκεσαι στην άκρη της γης, στο τέλος του κόσμου… μέχρι να πέσει το σκοτάδι και να κάνουν την εμφάνιση τους όλα τ’ αστέρια του ουρανού.