Ακαδημία Αθηνών (Βασίλης Ναστόπουλος 2025)

ΑΡΧΑΙΟΛΑΓΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ

Γιάννης Μεγάλου

|

Συντάκτης Θεάτρου

24/08/2025

Το αρχαιοελληνικό θέατρο ως Αγία Γραφή.

Κάθε καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο, με έναν σχεδόν παραδοσιακό τρόπο, ο κόσμος συρρέει ευλαβικά στην Αρχαία Επίδαυρο για να παρακολουθήσει το μείζον καλλιτεχνικό και πολιτισμικό δρώμενο της χρονιάς: Μια παράσταση. Σαν πιστοί που κάνουν τάμα, οι σημερινοί πιστοί της τέχνης, περπατούν αργά και μαζικά τον λιθόστρωτο δρόμο που οδηγεί στο θέατρο του Ασκληπιείου. Στο κοινό βρίσκεται μια πραγματικά συγκινητική γκάμα ανθρώπων: φανατικοί θεατρόφιλοι που δεν χάνουν παράσταση, γονείς με παιδιά σε καλοκαιρινή εκδρομή, τουρίστες ντυμένοι με χρυσά στεφάνια και λευκά σεντόνια-χιτώνες, νέοι φοιτητές, γέροι συνταξιούχοι, πολιτικοί, φασαίοι και κλαρίνα, χουντικοί και αναρχικοί και άλλοι πολλοί. Η τελετουργία της Επιδαύρου ξεκινάει με αυτήν την μαζική προσέλευση και ολοκληρώνεται με την έξοδο από το θέατρο, όταν πια τα φώτα κλείνουν και ο κόσμος καταφεύγει στις ταβέρνες των γειτονικών χωριών για μεταμεσονύκτιο τσιμπούσι. Στο μεταξύ, λαμβάνει χώρα ίσως το πιο ενδιαφέρον για εμένα κομμάτι της όλης ιστορίας, και το οποίο μοιάζει πολύ με αυτό των αρχαίων Ελλήνων: Οι αντιδράσεις.

Θυμάμαι τον Ιούλιο του 2018, σε εκείνον τον υπνωτικά καλοκουρδισμένο Οιδίποδα του Γουίλσον, όταν στην μέση της παράστασης κάποιοι συντελεστές μίλησαν στα γερμανικά χωρίς να αποδοθεί μετάφραση στην οθόνη, δύο άτομα απ’ το κοινό (που βρήκαν μια μικρή υποστήριξη κι από άλλους) άρχισαν να φωνάζουν ως ένδειξη διαμαρτυρίας: “Επίδαυρος, Οιδίποδας, Γερμανικά! Επίδαυρος, Οιδίποδας, Γερμανικά!” Η νεαρή Γαλλίδα ηθοποιός μάλιστα, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στις σκάλες ανάμεσα στο πάνω και κάτω διάζωμα, τρόμαξε απ’ τις κραυγές που δεν καταλάβαινε τι σήμαιναν. Στον Οιδίποδα του Οστερμάγιερ, απ’ την άλλη, μια γυναίκα έφυγε περνώντας δίπλα απ’ την σκηνή, την ώρα που δύο Γερμανοί ηθοποιοί αντάλλασσαν έντονες κουβέντες περί αιμομιξίας και παραλίγο να χτυπήσει την ταξιθέτρια που προσπαθούσε να την κατευθύνει προς την πάνω, κανονική έξοδο του θεάτρου.

Πέρα από αυτές τις πράξεις ‘καλλιτεχνικής’ αντίδρασης, οι οποίες πραγματικά  παίρνουν την μορφή performance, πολύ συχνά ο δημόσιος διάλογος γύρω από την Επίδαυρο και το αρχαίο θέατρο υποδηλώνει ορισμένες εκνευριστικές νοοτροπίες. Είτε κρυφακούω το διπλανό τραπέζι στην ταβέρνα που με τον μουσακά στο στόμα συζητά την ερμηνεία του Αισχυλιακού κειμένου, ή τους μπροστινούς μου στο λεωφορείο που ενώ τους άρεσε η παράσταση, συμφωνούν κατηγορηματικά πως ΔΕΝ είδαν Αριστοφάνη (βλέπε Κιτσοπούλου, που την φάγανε επειδή τόλμησε να πει πως ανέβασε τις Σφήκες), είτε διαβάζω σχόλια στο Facebook από θείους που μιλάνε για politically correct μεταμοντερνιές με την σφραγίδα του Ιδρύματος Ωνάση, και φυσικά οι «παραστάσεις» των θεατρόφιλων που λένε ότι το αρχαίο θέατρο δεν είναι απλώς ένα θέαμα, αλλά κάτι ανώτερο. Σ’ όλα αυτά διακρίνω μια αστείρευτη αρχαιολατρία, η οποίο είναι φυσικά διάχυτη και στην υπόλοιπη Ελληνική πραγματικότητα και η οποία ταΐζει ένα εθνικό αφήγημα το οποίο ουδέποτε ένιωθα να εκφράζει εμένα και την Ελλάδα στην οποία έχω ζήσει ως παιδί των 2000εντς.

Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είναι ένα μαγικό μέρος, εντάξει. Έχει μια ατμόσφαιρα, μια μεταφυσική υπόσταση, η οποία πηγάζει από την υλικότητα του χώρου. Κάθεσαι πάνω σ’ αυτά τα μάρμαρα (ή μάλλον στα μαξιλαράκια), και μοιράζεσαι μια εμπειρία, όπως την μοιραζόντουσαν μεταξύ τους οι άνθρωποι τα αρχαία χρόνια. Αγναντεύεις το ίδιο τοπίο των Πελοποννησιακών βουνών, τον ίδιο ουρανό, πιάνεται η μέση σου, όπως υποθέτω κι εκείνων. Όλα αυτά ισχύουν. Γύρω, όμως, από αυτή την μεταφυσικότητα έχει δημιουργηθεί και μια φαντασίωση, με προσδοκίες και αυστηρούς κανόνες για το πως οφείλει να είναι το αρχαιοελληνικό θέατρο.

Όπως μαρτυρούν οι αντιδράσεις της Επιδαύρου, στην δημόσια συνείδηση το αρχαίο ελληνικό θέατρο έχει καταγραφεί ως κάτι ιερό που απαιτεί θρησκευτική ευσέβεια. Τα αρχαιοελληνικά θεατρικά κείμενα αντιμετωπίζονται ως η Αγία Γραφή και ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ως ιεραπόστολοι του Ευαγγελίου. Παρουσιάζονται ως κάτι που ποτέ δεν θα κατανοήσουμε πραγματικά, που βρίσκεται πέραν των αντιληπτικών ικανοτήτων ενός απλού ανθρώπου. Και αν μπορεί κάποιος να τα ερμηνεύσει, αυτός θα είναι κάποιου είδους αρχαιολογικός ιερέας, ένας οξφορδιανός scholar ας πούμε, ή κάποιος υπουργός πολιτισμού με ελληνική σημαία στο γραφείο του. Εν τέλει, μάλλον κανείς δεν καταλαβαίνει τι είναι όντως αυτό το καταραμένο θέατρο.

Αυτή η αντιμετώπιση δεν μας επιτρέπει να εξετάσουμε τα κείμενα ως έργα τέχνης. Να τα δούμε ως υποκειμενικές φωνές, με νοήματα και σκέψεις άλλων εποχών.  Η διαχρονικότητα τους θεωρείται δεδομένη και έτσι παύουμε να ανακαλύπτουμε τον τρόπο που μας εκφράζουν σήμερα. Η δημιουργικότητα τους συνθλίβεται και το «αποδεκτό» θέατρο της Επιδαύρου δεν είναι παρά ένα φετιχιστικό ιστορικό θέαμα. Έτσι χτίζεται το συντηρητικό και θρησκόληπτο εθνικό αφήγημα που υπονομεύει την καλλιτεχνική ματιά και ανταμείβει μέτριους σκηνοθέτες με standing ovations ενώ βγαίνουν στην σκηνή με πλαστικές μινιατούρες της Ακρόπολης.

Στην Επίδαυρο όμως έχουμε μια ζωντανή ιστορία. Μπροστά μας ζωντανεύουν τα κείμενα των αρχαίων δραματικών ποιητών και μεταφράζονται στο τώρα, με τα σώματα σημερινών ηθοποιών, για τα μάτια σημερινών θεατών. Οι παραστάσεις που σπάνε την φόρμα που θεωρείται επιτρεπτή, αψηφάνε την ιερότητα του χώρου, προσβάλλουν την θεϊκή του υπόσταση. Κάνουν το άπιαστο κυριολεκτικά απτό και το φέρνουν μπροστά στα μάτια μας. Επιστρέφουν τα κείμενα στην δημιουργική τους ρίζα. Πρέπει επιτέλους να απελευθερωθούμε από το βάρος των αρχαιοελληνικών μαρμάρων και να στηρίξουμε ένα θέατρο που επανεξετάζει και επαναπροσδιορίζει όχι μόνο το αρχαιοελληνικό θέατρο, αλλά και την Ελληνική ταυτότητα εν γένει.

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο