Ο Ζήσης Μπλιάτκας και η Ρεβέκκα Καμχή στην τελευταία ατομική έκθεση του καλλιτέχνη «Forecasting» ,2025

ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΓΚΑΛΕΡΙΣΤΑ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ, ΜΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Νίκος Χρονόπουλος

|

Αρθρογράφος

18/05/2026

Μία συζήτηση με τον Ζήση Μπλιάτκα και την Ρεβέκκα Καμχή

Ως πρώτη συμβολή στο περιοδικό Έαρ, επέλεξα να καταγράψω μια συζήτηση που είχα με τη Ρεβέκκα Καμχή και τον Ζήση Μπλιάτκα, πριν λίγο καιρό, μέσω βιντεοκλήσης. Η Ρεβέκκα ήταν από τα πρώτα άτομα που μου έδωσαν ευκαιρίες, μου έδειξαν εμπιστοσύνη και με καθοδήγησαν, την περίοδο που ολοκλήρωνα τις σπουδές μου στην ιστορία της τέχνης.

Εκείνη πιθανότατα δεν το θυμάται, όμως η πρώτη μας συνάντηση είχε γίνει πολλά χρόνια νωρίτερα, όταν, εννέα ετών τότε, επισκέφθηκα μαζί με την μητέρα μου την γκαλερί της, ένα σαββατιάτικο απόγευμα. Αργότερα, στην εφηβεία μου, παρακολουθούσα τις συνεντεύξεις της και είχα αντιληφθεί από νωρίς ότι πρόκειται για ένα άτομο με πλούσιες εμπειρίες και μοναδική ματιά πάνω στη ζωή και την τέχνη. Ο τρόπος που θα ντύσει τον εαυτό της ή τους χώρους της, η σχέση της με τους άλλους ανθρώπους, οι καλλιτέχνες με τους οποίους επιλέγει να συνεργαστεί, την καθιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ιδιαίτερες φιγούρες της αθηναϊκής καλλιτεχνικής σκηνής. Αυτό έγινε εμφανές όταν το 1995, μετά από δέκα χρόνια στη Γαλλία, αποφάσισε να επιστρέψει και να ιδρύσει στη Σοφοκλέους την δική της γκαλερί, την «Αίθουσα Τέχνης, Ρεβέκκα Καμχή». Συστήνοντας για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό καλλιτέχνες όπως η Nan Goldin, ο Ross Bleckner και ο Nobyoshi Araki, έδειξε από νωρίς την προσωπική προσέγγιση που είχε επιλέξει να εφαρμόσει στη δουλειά της.

Ήταν λοιπόν φυσικό να εντοπίσει τον Ζήση Μπλιάτκα ως μια από τις νεότερες προσθήκες στο καλλιτεχνικό δυναμικό της γκαλερί. Γεννημένος το 1992, ο Ζήσης σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών της Φλώρινας, στην οποία πλέον παραδίδει μαθήματα, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές πάνω στη φιλοσοφία. Ένα από τα πρώτα στοιχεία που με εντυπωσίασαν στη δουλειά του ήταν η ικανότητά του να ανατρέπει διαρκώς τη διάκριση ανάμεσα στο ζωγραφικό και το ψηφιακό μέσο: εικόνες ζωγραφισμένες πάνω σε καμβά μοιάζουν ψηφιακά κατασκευασμένες, ενώ ψηφιακά τυπώματα πάνω σε ύφασμα αποκτούν μια απρόσμενα ζωγραφική ποιότητα. Η σχέση του με τον κόσμο που τον περιβάλλει αλλά και την δουλειά του, ενημερώνεται τόσο από τα προσωπικά του βιώματα και εικόνες, όσο και από τον ψηφιακό κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσε, σε συνάρτηση πάντα με τη φύση που τον περιβάλλει.

Καθώς συζητάμε, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να μιλήσει για ό,τι τον ενδιαφέρει, μου φαίνεται αμέσως ξεχωριστός. Τα λόγια του είναι πάντα στοχευμένα, περιεκτικά, προσεκτικά. Φαίνεται σοβαρός και σκεπτόμενος (το οποίο μόνο ως θετικό μπορεί να προσληφθεί). Πρόκειται για μια προσωπικότητα φωτεινή και γειωμένη, γεμάτη ιδέες. Τα ερείσματά του είναι γερά, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο.

Ο διάλογος μας προσφέρει μια εικόνα για τη δημιουργική συνεργασία τους και τις σκέψεις τους γύρω από τους ρόλους τους σε αυτή την επαγγελματική συνάρτηση.

Με δικά τους λόγια: 

Ν– Νομίζω θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το πώς γνωριστήκατε και πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας.

Ρ– Θα ήταν ωραίο πιστεύω να πει ο καθένας τη δική του εκδοχή, γιατί αν ρωτήσεις  δυο ανθρώπους για το ίδιο γεγονός, θα στο περιγράψουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οπότε Ζήση θες να ξεκινήσεις;

Ζ– Συνάντησα για πρώτη φορά τη Ρεβέκκα, όταν κάναμε τα Open Studios, στην Καλών Τεχνών. Ήρθε λίγο πριν ανοίξουμε, άρχισε να παρατηρεί τα έργα και αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν το ότι δεν έκανε σχεδόν καμία ερώτηση σχετικά με το τι βλέπει, ούτε μου ζήτησε να της εξηγήσω τη δουλειά μου. Η αλήθεια είναι ότι και εγώ στην αρχή, δεν είχα ιδιαίτερη σχέση με την αθηναϊκή σκηνή, δεν ήξερα πολλές γκαλερί. Αυτό που ένιωσα όμως εκείνη τη στιγμή ήταν μια σύνδεση. Κάναμε μια ωραία συζήτηση και κατάλαβα ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει δει πολλή τέχνη και που μπορεί να αντιληφθεί τον κόσμο από τον οποίο προέρχονται τα έργα, την μεγαλύτερη εικόνα.

Ρ– Εγώ νομίζω πάντως, πως του έκανα κάποιες ερωτήσεις (γελάει). Αλλά η αλήθεια είναι ότι κατάλαβα αμέσως τη δουλειά του. Με άγγιξε, ήταν αληθινή, φρέσκια και έδειχνε ότι από πίσω κρύβεται ένας καλλιτέχνης που δεν φοβάται.

Ν– Τι εννοείς με αυτό;

Ρ-Καταλαβαίνεις πότε ένας καλλιτέχνης δεν φοβάται να εκφραστεί και να βγάλει αυτό που έχει μέσα του. Και αυτό υπήρχε στο έργο του.

 

«Ρίζες πίνουν κάτω από τη κρούστα», ακρυλικό σε μουσαμά, 2024

Ζ– Φαίνεται όταν κάποιος προσπαθεί να «εξαπατήσει», με στόχο να ευχαριστήσει τον κόσμο ή να πουλήσει. Το κοινό καταλαβαίνει πάντα. Ειδικά στη ζωγραφική. Οι προθέσεις είναι πάντα εκεί.

Ρ– Δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ, αλλά ένιωθες από μικρός αυτή την ανάγκη να ασχοληθείς με την τέχνη;

Ζ– Έφτιαχνα από μικρός δικά μου παιχνίδια από ευτελή υλικά. Είχα μια σχετική ευχέρεια με τον λόγο και την εικόνα. Μεγάλωσα σε μια καλλιτεχνική οικογένεια, οπότε από νωρίς έβλεπα εκθέσεις και επισκεπτόμουν μουσεία.

Ν– Τελικά, πώς έκλεισε η συνεργασία;

Ζ– Μετά την έκθεση στην Καλών Τεχνών, με κάλεσε στη γκαλερί και στο σπίτι της. Εκεί κατάλαβα πραγματικά ποια είναι, πώς ζει, πώς δουλεύει.

Ρ– Όπως ξέρεις όλα αυτά για εμένα είναι ένα πράγμα.

Ζ– Ακριβώς. Επίσης έμαθα για τους υπόλοιπους καλλιτέχνες που εκπροσωπεί, οπότε κατάλαβα ακόμα περισσότερα.

Ν–  Τι σε πείθει για το ότι κάποιος είναι κατάλληλος για να εκπροσωπηθεί από τη γκαλερί;

Ρ– Πάνω-κάτω αυτό που είπα παραπάνω. Να παρουσιάσει κάτι αληθινό, πρωτότυπο, φρέσκο, να μην φοβάται. Να μου παρουσιάσει έναν καινούριο τρόπο θέασης των πραγμάτων.

Ν– Ποιες είναι όμως οι δυσκολίες για έναν ανερχόμενο καλλιτέχνη;

Ζ– Για εμένα η σημαντικότερη πρόκληση είναι η αναμέτρηση με το μέσο μου, δηλαδή τη ζωγραφική. Η σχέση με το χρώμα. Το πώς αυτό αντιστέκεται τις περισσότερες φορές. Αναπτύσσεται μια διαλεκτική σχέση, δεν αρκεί η επιβολή στο αντικείμενο. Το κάθε μέσο έχει τα όρια και τις δυσκολίες του.

Ν– Άρα θα έλεγες ότι η ζωγραφική για εσένα είναι και μια πνευματική άσκηση και ανάγκη;

Ζ– Ίσως και να είναι έτσι. Προκύπτει από μια σχέση με τα πράγματα η οποία δεν παγώνει, είναι πάντα εν κινήσει.

Ρ– Νομίζω φαίνεται και από την απάντηση. Ο Ζήσης θα σκεφτεί, όπως κάθε αληθινός καλλιτέχνης, όχι το κομμάτι της αναγνώρισης ή της επιτυχίας αλλά το τι θέλει αυτός να εκφράσει. Και πώς θα το κάνει με τον καλύτερο τρόπο.

 

«Χαμένοι δίσκοι τρομπονιού», ακρυλικό σε μουσαμά, 2024

 

Ν– Υπάρχει μια διαρκής συνομιλία στο έργο μεταξύ φύσης και ψηφιακού στοιχείου. Είτε εικόνες ζωγραφισμένες σαν να είναι ψηφιακά screenshots, είτε ψηφιακά τυπώματα σε ύφασμα που μοιάζουν ζωγραφικά. Από που προέκυψε αυτό;

Ζ– Πρόκειται για μια καθημερινότητα που εισβάλλει στο έργο. Τόσο η ψηφιακή εικόνα, όσο και το αγροτικό τοπίο, είναι οι χώροι που ζω. Από αυτούς τους χώρους αντλώ τα εργαλεία και τις εικόνες. Οπότε με μια έννοια είναι αναπόφευκτο.

Ρ– Ζει μέσα στη φύση. Το εργαστήριο του βρίσκεται στη Νάουσα και πριν λίγο καιρό που πήγαμε να τον δούμε, είδα για πρώτη φορά από κοντά , τα στοιχεία με τα οποία συνθέτει όλα αυτά τα φανταστικά τοπία. Θεωρώ ότι ακόμα και αν ζούσε στη Νέα Υόρκη, θα εστίαζε σε έναν ουρανοξύστη ή ένα αεροπλάνο και με αφορμή αυτό, θα δημιουργούσε έργα που θα βρίσκονταν στο ίδιο σύμπαν με αυτά που δημιουργεί τώρα. Δεν συμφωνείς;

Ζ– Είναι πολύ πιθανό! Ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούμε άμεσα, το περιβάλλον δημιουργεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αναπτύσσεται το έργο μας.

Ν– Ζήση, εσύ τι είδες στη Ρεβέκκα, που σε έκανε να την εμπιστευθείς; Και ποια θεωρείτε ότι είναι (ή θα έπρεπε να είναι), γενικά η σχέση μεταξύ γκαλερίστα και εικαστικού;

Ζ– Τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει, ζει, επιμελείται εκθέσεις . Νομίζω ότι η εμπιστοσύνη πολλές φορές είναι διαισθητική, ενστικτώδης.  Στη τελευταία έκθεση που συμμετείχα, όπως και στο  Art Athina, κατάφερε να συνδυάσει τα έργα μου με παραδοσιακά χαλιά, τα οποία είχε στρώσει στο πάτωμα. Παρόλο που τα έργα μου προέρχονταν από έναν ψηφιακό κόσμο, είχες την αίσθηση ότι αυτά τα δυο στοιχεία ήταν πολύ κοντά και λειτούργησε εξαιρετικά. Νομίζω όταν κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε, αναδύεται η ιδιοσυγκρασία του καθενός και αυτό έχει πάντα ενδιαφέρον.

Ρ– Όσον αφορά την δεύτερη ερώτηση, θεωρώ ότι η σχέση καλλιτέχνη και γκαλερίστα ξεκινά ως μια ξεκάθαρα επαγγελματική σχέση και συχνά εξελίσσεται και σε προσωπική. Βέβαια η σχέση με κάθε καλλιτέχνη είναι διαφορετική. Αλλά, όταν πήγα, για παράδειγμα στο εργαστήριο του Ζήση, και είδα που ζει, πώς δουλεύει, η επίσκεψη στο αποστακτήριο του θείου του  και οι συζητήσεις που κάναμε, όλα αυτά οδηγούν σε μια προσωπική σχέση.

Ν– Τι θα λέγατε ότι σας έχει δώσει η συνεργασία σας;

Ζ– ‘Έχω μάθει πολλά από τη Ρεβέκκα νομίζω.

Ρ– Νομίζω ισχύει το αντίθετο! (γελάει)

 

«Νυχτερινοί επιπλευστές», ύφασμα ζακάρ σε μαξιλάρι, 2024

Ζ–  Εγώ είμαι πιο εσωστρεφής. Η Ρεβέκκα έχει μια εξωστρέφεια, μια ανοιχτότητα. Επίσης δεν επιβάλλεται ούτε στον καλλιτέχνη, ούτε στον πελάτη. Την πρώτη φορά που πήγα στη γκαλερί, μου έκανε εντύπωση που με μεγάλη άνεση ξεναγούσε τους επισκέπτες της γκαλερί σε τρεις γλώσσες και χωρίς να αισθάνεσαι ότι τους καθοδηγεί όσον αφορά το τι θα δουν και πώς.

Ρ– Εγώ θεωρώ ότι έχω μάθει πιο πολλά. Μαθαίνω τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα. Οι καλλιτέχνες είναι πάντα οι δάσκαλοι. Από τον κάθε καλλιτέχνη με τον οποίο συνεργάζεσαι μαθαίνεις και κάτι καινούριο. Εμείς είμαστε εδώ για να  βοηθάμε και να καθοδηγούμε.

Ν – Σε έχει επηρεάσει ποτέ το τι αρέσει τους πελάτες και τους συλλέκτες; Γενικά οι τάσεις της αγοράς της τέχνης;

Ρ– Ποτέ. Όταν έδειξα πρώτη φορά Nan Goldin, το 1995, όλοι μου έλεγαν «Μα καλά, ποιος θα αγοράσει τέτοιες φωτογραφίες; Ποιοι θα είναι οι πελάτες σου;». Εγώ απαντούσα «Δεν ξέρω». Δεν το είχα καν σκεφτεί…

 

Ο Ζήσης Μπλιάτκας και η Ρεβέκκα Καμχή

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο