Τον Ντάριο Φο τον θυμήθηκα από ένα Spotify playlist του Πάνου Βλάχου. Αν και ο Φο κατέχει σχεδόν μόνιμη θέση στις σχολές θεάτρου, όπου το έργο του δεν παύει να συζητιέται, για κάποιους έχει χάσει την ‘επικαιρότητά’ του μέσα στην πληθώρα απόψεων και στα νέα αφηγηματικά σχήματα. Όταν όμως έτυχε να παρακολουθήσω ένα σύγχρονο ελληνικό ανέβασμα του Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, που μετέφερε την υπόθεση σε μουσική κωμωδία με φόντο τη σημερινή Ελλάδα, κάτι αναζωπυρώθηκε. Ήθελα να επιστρέψω στο αρχικό κείμενο. Να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που επέτρεψε σε ένα τόσο συγκεκριμένο έργο να ακουστεί ξανά τόσο ξεκάθαρα.
Το συγκεκριμένο έργο του Φο σατιρίζει τον θάνατο του Τζουζέπε Πινέλλι, ενός “αναρχικού” που έπεσε από το παράθυρο ενός αστυνομικού τμήματος στο Μιλάνο το 1969, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση για βομβιστική επίθεση. Η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι αυτοκτόνησε, αλλά τα στοιχεία και η ιστορική μνήμη λένε κάτι πολύ διαφορετικό.
Κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την απόδοση του Φο «γελοία». Και δεν θα είχε άδικο καθώς με την κυριολεκτική έννοια: γελάς. Όταν όμως τελειώσει η παράσταση ή διαβάσεις την τελευταία σελίδα, δεν είσαι σίγουρος αν πρέπει να νιώσεις καλύτερα ή χειρότερα.
Γελώντας με την κρατική βία.
Όταν κλήθηκα να διαλέξω ένα έργο για την πτυχιακή μου, θυμήθηκα τον Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού. Ως σκηνοθέτης, η πρώτη μου δουλειά ήταν να αποδημήσω το έργο, να κατανοήσω τα βαθύτερα μηνύματά του και να τα μετατρέψω σε πομπούς που ήθελα να μεταδώσω. Από εκεί ξεκίνησε το βασικό ερώτημα που με στοίχειωνε από την πρώτη πρόβα: Τι σημαίνει να γελάς με τη βία; Και πιο συγκεκριμένα, με την κρατική, τη συστημική βία;
Στο έργο, η βία είναι αόρατη αλλά πανταχού παρούσα. Δεν υπάρχει αίμα, ούτε σωματική σύγκρουση. Υπάρχουν μόνο εκθέσεις, μαρτυρίες που αυτοαναιρούνται, αστυνομικοί που κάνουν κωμικά λάθη και ένας “τρελός” που διαλύει κάθε επίφαση λογικής με ένα χαμόγελο και μια μεταμφίεση. Δεν βλέπεις τον θάνατο. Αλλά τον νιώθεις να σιγοκαίει πίσω από κάθε αστείο. Και αναρωτιέσαι: Στην Ελλάδα του σήμερα, είναι πράγματι έργα σαν αυτό παρωχημένα; Ή μήπως ακριβώς η φόρμα τους είναι αυτή που μας τα καθιστά ανεκτά;
Ο Φο δεν επιλέγει τον ρεαλισμό. Επιλέγει την υπερβολή, τον παραλογισμό. Και ίσως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πούμε την αλήθεια όταν η ίδια η εξουσία κρύβεται πίσω από μια ψευδαίσθηση λογικής.
Η βία μέσα στο σπίτι.
Στο Ανοιχτό Ζευγάρι, που ο Φο έγραψε μαζί με την σύντροφό του Φράνκα Ράμε, η βία δεν έρχεται από τον κρατικό μηχανισμό αλλά από τη συναισθηματική δυναμική ενός γάμου. Ψυχολογική, λεκτική, σωματική. Παρουσιάζεται, όμως, μέσα από ένα κωμικό πλαίσιο. Το κοινό γελάει όταν η Αντονία (η σύζυγος) απειλεί να αυτοκτονήσει για τρίτη φορά. Ή όταν ο άντρας της την τραβάει μακριά από το παράθυρο με αποτέλεσμα να της σπάσει το πόδι.
Η βία έχει γίνει θέαμα. Και εσύ γελάς μαζί της. Γιατί δεν σου δόθηκε ποτέ η επιλογή να κάνεις αλλιώς. Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Φο αποκαλύπτει την ουσία του: δεν ζητάει από το κοινό να ταυτιστεί ή να συγκινηθεί. Ζητάει να καταλάβει. Και για να συμβεί αυτό, χρειάζεται πρώτα να αποσταθεροποιηθεί. Να νιώσει άβολα. Να γελάσει και να αναρωτηθεί γιατί.
Κάθαρση ή αποκάλυψη;
Κανένα από τα δύο έργα δεν προσφέρει λύση ή κάθαρση. Στο τέλος του Ανοιχτού Ζευγαριού, ο άντρας αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια της ηρωίδας και του εραστή της. Τα φώτα σβήνουν. Δεν υπάρχει συναισθηματική αποφόρτιση. Υπάρχει μόνο διακοπή. Στο Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού, η παράσταση τελειώνει με δύο πιθανά φινάλε: ένα “ηθικό” και ένα “αποκαλυπτικό”, κι αφήνει το κοινό να επιλέξει. Αλλά ποια επιλογή είναι πραγματικά ουδέτερη όταν όλο το έργο βασίζεται στην παραποίηση της αλήθειας;
Το γέλιο εδώ δεν είναι λυτρωτικό. Είναι αποκάλυψη. Και η αποκάλυψη αυτή δεν γίνεται μέσω της αλήθειας αλλά μέσω του παραλόγου. Η θεατρικότητα είναι το μέσο. Η αμηχανία, ο στόχος.
Στην εποχή της διαρκούς πληροφόρησης, της ανακύκλωσης οργής και της εξοικείωσης με την κτηνωδία, ο Ντάριο Φο είναι πιο επίκαιρος από όσο ίσως θέλουμε να παραδεχτούμε. Όχι επειδή γράφει για την αστυνομία ή για τον γάμο. Αλλά επειδή γράφει για το πώς μαθαίνουμε να ζούμε με τη βία και να γελάμε μαζί της, επειδή αλλιώς δεν θα την αντέχαμε.
Αν κάποιος με ρωτούσε «Γιατί να ανεβάσεις Φο σήμερα;», η απάντηση θα ήταν απλή: γιατί ζούμε σε έναν κόσμο όπου η βία δεν είναι πια σκάνδαλο μα κανονικότητα. Και τότε, η τέχνη δεν μπορεί να προσποιείται ότι όλα είναι καλά. Πρέπει να γελάει. Να χλευάζει. Να εκθέτει.
Το γέλιο, όταν είναι αμήχανο, είναι ίσως η πρώτη ρωγμή στην αποδοχή. Κι εκεί ξεκινάει κάτι.
Η πραγματική ερώτηση λοιπόν δεν είναι αν θα γελάσουμε αλλά: Τι θα κάνουμε αφού γελάσουμε;