Γιώργος Παρέλλης, 2025

Η ΓΕΝΝΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΕ ΤΗ ΦΟΝΙΣΣΑ

Αντώνης Τσιριγώτης

|

Συντάκτης Κινηματογράφου

12/12/2025

Η Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μέσα από τα μάτια της Εύας Νάθενα κι αναμετριέται με τη σύγχρονη πραγματικότητα των γυναικοκτονιών.

Το τέλος του 2018 σημαδεύτηκε από ένα έγκλημα που πάγωσε τη χώρα: ο βιασμός και η δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο. Ένα γεγονός που δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν όμως το γεγονός που έφερε την λέξη «γυναικοκτονία» στα χείλη των καθημερινών  ανθρώπων. Έκτοτε, η λέξη «γυναικοκτονία» απέκτησε την ορατότητα που της αξίζει. Μέσα σε έξι χρόνια, οι επιβεβαιωμένες ανθρωποκτονίες γυναικών επειδή είναι γυναίκες ξεπερνούν τις 130. Οι περισσότεροι δράστες; Άνδρες.

Σήμερα όμως δε θα μιλήσουμε για κάποιον άντρα που σκότωνε γυναίκες. Αλλά για μια γυναίκα που σκότωνε γυναίκες. Κορίτσια για την ακρίβεια. Ακόμα και βρέφη. Ο λόγος για τη Χαδούλα Φραγκογιαννού – ή αλλιώς «Φόνισσα». Έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους γυναικείους χαρακτήρες της ελληνικής λογοτεχνίας και – πλέον – του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Στα πλαίσια αυτού του διαλόγου περί «γυναικοκτονιών» (που παραμένει έως και σήμερα μη αναγνωρισμένος όρος απ’ την Ελληνική Δικαιοσύνη), η «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα (2023) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον τραγικό αυτό χαρακτήρα, μέσα από μια ευαίσθητη και ταυτόχρονα τολμηρή ματιά. Η σκηνοθέτης δεν αρκείται σε μια πιστή αναπαράσταση του λογοτεχνικού κειμένου του Παπαδιαμάντη. Αν και παραμένει πιστή στην πλοκή, απομακρύνεται από τη λογοτεχνική της ρίζα, προσφέροντας μια μοντέρνα οπτική που γεφυρώνει τον κλασικό λόγο με τον σύγχρονο κινηματογράφο και δίνει έμφαση όχι στον εσωτερικό μονόλογο και τις λεπτομερείς περιγραφές του Παπαδιαμάντη, αλλά στο βλέμμα και τις σιωπές.

Η αρχή της ταινίας δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Από την πρώτη σκηνή μας προϊδεάζει για το αιματηρό τέλος. Η ταινία ξεκινά και μας μεταφέρει σε μια συννεφιασμένη και ανεμοδαρμένη νύχτα μέσα στο άγριο τοπίο της Σκιάθου του 20ου αιώνα. Στο πλάνο διακρίνονται οι απόκρημνες λοφοπλαγιές του νησιού κι ένα λιθόκτιστο σπίτι. Όλα είναι ψυχρά και βουβά. Σαν ο κόσμος να κρατά την αναπνοή του πριν το πρώτο κλάμα. Ένα γέρικο κορμί που κινείται βιαστικά, ξεπροβάλλει. Φωνές ακούγονται από μέσα. Μια λεχώνα ουρλιάζει απ’ τους πόνους. Ένα κορίτσι γεννιέται – κι αντί για συναισθήματα χαράς, το πρόσωπο της Φραγκογιαννούς είναι σκυθρωπό. Το βρέθος καταδικάστηκε να είναι γυναίκα.

Η κάμερα εστιάζει στα πρόσωπα μέσω κοντινών πλάνων, αποτυπώνοντας τις λεπτές εκφράσεις και την ψυχική ένταση των χαρακτήρων. Oι ευρείες γωνίες που περιλαμβάνουν νοητά το νεογέννητο στο υπόβαθρο δημιουργούν ένα αίσθημα απόστασης – μια αλληγορία για τη συναισθηματική αποξένωση της «Φόνισσας». Ο φωτισμός είναι χαμηλός με έντονες σκιές. Η σκηνοθετική επιλογή της Νάθενα να χρησιμοποιήσει έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς (chiaroscuro), θυμίζει τις τεχνικές του film noir, αλλά με μια πιο σύγχρονη ματιά, δημιουργώντας μια αίσθηση ασφυξίας και εγκλωβισμού. Παράλληλα ο συνδυασμός από στοιχειωτικές μελωδίες, όπως τα επίμονα κλάματα του μωρού, το θρόισμα του ανέμου και το τσιτσιρισμα της φωτιάς που σιγοκαίει το φυτίλι στα καντήλια, συμπληρώνουν μια δυστοπική ατμόσφαιρα.

Η επιλογή να ξεκινήσει η ταινία με την σκηνή της γέννας δεν είναι τυχαία. Η σκηνή αυτή στήνει την αυλαία ενός δράματος. Είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε το «γιατί» της πρωταγωνίστριας. Η Φραγκογιαννού μεγάλωσε, παντρεύτηκε, δούλεψε και γέρασε σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα ήταν καταδικασμένη. Η μοίρα η δική της, και κάθε γυναίκας, ήταν σαν ένα κελί χωρίς ελπίδα απόδρασης. Βλέπει λοιπόν στο νεογέννητο την αναπόδραστη μοίρα που στιγμάτισε και την ίδια. Έτσι αποφασίζει να πάρει στα χέρια της τον ρόλο της «λυτρώτριας»: όχι για να αλλάξει τον κόσμο, αλλά για να απαλλάξει την εγγονή της και τα κορίτσια του χωριού από τη μοίρα που εκείνη θεωρεί αναπόφευκτη. Αν είναι να ζήσουν όπως έζησε η ίδια, δεν αξίζει να ζήσουν καθόλου. Αυτός είναι ο συλλογισμός της. Οι φόνοι της συνεπώς δεν γεννιούνται από μίσος, αλλά από μια σπαρακτική, διαστρεβλωμένη αίσθηση οίκτου. Η ίδια πιστεύει ότι προσφέρει λύτρωση στα θύματά της, κάτι που την καθιστά ταυτόχρονα και θύμα, αλλά και θύτη. Γι’ αυτό ακριβώς η Φραγκογιαννού δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε κακοποιός.

Η εναρκτήρια σκηνή αποτελεί ένα υποδειγματικό παράδειγμα του πώς ο κινηματογράφος μπορεί να χρησιμοποιήσει την οπτική αφήγηση για να εισάγει το κοινό στον ψυχισμό ενός χαρακτήρα και στη θεματική ενός έργου. Η σκηνοθετική προσέγγιση της Νάθενα, σε συνδυασμό με την υποκριτική δεινότητα της Καραμπέτη, γεννά μια εμπειρία που σε ακολουθεί καιρό. Σαν κάτι που δεν είδες απλώς, αλλά που ένιωσες. Δεν αναβιώνει απλώς ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Το τοποθετεί μέσα στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο για τις έμφυλες ανισότητες, τον σεξισμό, τις γυναικοκτονίες και τη βία. Η κινηματογραφική της ανάγνωση είναι μια κραυγή με μορφή ψιθύρου. Μια κραυγή που δεν χρειάζεται φωνή για να σε ταρακουνήσει. Μια υπενθύμιση πως, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, οι ρίζες της πατριαρχίας παραμένουν, καθιστώντας τη «Φόνισσα» ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά συνομιλεί απευθείας με το παρόν.

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο