Κουβαλώντας έπιπλα (Γιώργος Παρέλλης 2025)

«Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ»: Η ΟΝΤΡΙ ΛΟΡΝΤ ΚΑΙ Η ΓΡΑΦΗ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Μαρία Βαλενστάιν

|

Αρχισυντάκτρια

03/09/2025

Η γραφή της Όντρι Λορντ είναι δυνατή και μεταμορφωτική, συνδέοντας το προσωπικό με το πολιτικό, φωτίζοντας με τόλμη ζητήματα φύλου, φυλής, τάξης και σεξουαλικότητας.

«Ίσως για μερικούς από εσάς εδώ σήμερα, είμαι το πρόσωπο ενός από των φόβων σας. Επειδή είμαι γυναίκα, επειδή είμαι μαύρη, επειδή είμαι λεσβία, επειδή είμαι ο εαυτός μου – μια μαύρη γυναίκα πολεμίστρια ποιήτρια που κάνει τη δουλειά της – έρχεται να σας ρωτήσει, εσείς κάνετε την δική σας;» («Μεταμορφώνοντας τη σιωπή σε γλώσσα και δράση»)

Κάτι γίνεται πολλές φορές με την δυνατή γραφή, αυτή που διαβάζεις και σου μένει στο μυαλό για μέρες ή και για πάντα, αυτή που σε αναστατώνει και σε αλλάζει, που σε κάνει να θες να πράξεις μαζί της, για εκείνη, αυτή που ίσως εύχεσαι εσύ ο ίδιος να είχες δημιουργήσει. “Αυτό που αφήνω πίσω έχει πάρει μία δική του ζωή” είπε η Όντρι Λορντ σε μία από τις τελευταίες της συνεντεύξεις πριν τον πρόωρο θάνατο της. Όταν διαβάζω το έργο της είναι σαν να ακολουθώ μία αόρατη κλωστή που συνδέει σταθερά και με ακρίβεια ένα ταραγμένο παρελθόν με τα πολλαπλά ζητήματα του σήμερα. Η Λόρντ δεν συμβιβάζεται, ούτε τρομάζει από τους αυστηρούς τύπους του ακαδημαϊσμού. Παντρεύει την τέχνη του λόγου με την ακαδημαϊκή σκέψη χωρίς φόβο ή αλαζονεία. Γράφει για έναν συμπεριληπτικό φεμινισμό, αυτόν που θα πάρει στα σοβαρά τις προκλήσεις όλων των θηλυκοτήτων. Γράφει για την σεξουαλικότητα, την σύνδεση μεταξύ της ταξικής και της φυλετικής καταπίεσης, για το φύλο, για το σώμα, για την δύναμη του ερωτισμού. Γράφει για τον ρατσισμό που βίωσε μεγαλώνοντας, γράφει για το πώς οι μάχες όλων μας ενάντια σε ένα καταπιεστικό σύστημα είναι συνδεδεμένες. Τα λόγια της έχουν οξύτητα, ευθύτητα και διαχρονικότητα. Θες να τα επαναλάβεις, να τα κάνεις δικά σου, να τα αφήσεις να σε μεταμορφώσουν.

Κι όμως, δεν είναι μόνο τα λόγια της που κάνουν το έργο της σημαντικό. Η Λόρντ είχε αναγνωρίσει και κάτι άλλο στην τέχνη της, κάτι που πολλές φορές δεν φαίνεται αλλά ορίζει την δυνατότητα ενός έργου να επηρεάσει βαθιά μία κοινωνία, να την μεταμορφώσει συλλογικά: Την πιο ύπουλη μορφή καταπίεσης, αυτή της οικειοποίησης της γλώσσας της απο την κυρίαρχη κουλτούρα. Πάλευε απο νωρίς ενάντια σε μία σχέση εξουσίας που είχε την δύναμη να μετριάσει τα ισχυρά της λόγια, να αφαιρέσει την δύναμη τους πλαισιώνοντας τα εκ νέου, να τα μετατρέψει σε ευκολοχώνευτα σλόγκαν ενδυνάμωσης όταν ήταν βολικό, και να πετάξει την δική της, άβολη πραγματικότητα ως μιας μαύρης, φτωχής, λεσβίας, γυναίκας στην Αμερική του ‘70. Το 1979, η Όντρι έστειλε ένα γράμμα στην φεμινίστρια συγγραφέα, Μαίρη Ντέιλι. Όταν εκείνη το αγνόησε, η Λορντ δημοσίευσε το γράμμα ως ανοιχτή επιστολή. H Ντέιλι είχε μόλις εκδώσει ένα μανιφέστο («Gyn/Ecology») που υποστήριζε έναν πιο ριζοσπαστικό φεμινισμό από τον κυρίαρχο της εποχής. Χρησιμοποιούσε μάλιστα και τα λόγια της Λόρντ σε κάποια σημεία για να υποστηρίξει τις ιδέες της. Κι όμως, η εμπειρία των Μαύρων γυναικών – κεντρική θεματική στο έργο της Λορντ – δεν υπήρχε πουθενά στο βιβλίο, παρά μόνο σε ενότητες που συζητούσαν την βαρβαρότητα και την θυματοποίηση, χωρίς να υπάρχει η αναγνώριση της συμβολής τους στο φεμινιστικό κίνημα.

«Μαίρη, αναρωτιέμαι, διαβάζεις την δουλειά άλλων Μαύρων γυναικών; Διάβασες ποτέ τα λόγια μου, ή απλά έψαξες για αποφθέγματα που πίστευες ότι θα υποστηρίξουν μια ήδη προαποφασισμένη ιδέα σχετικά με κάποια παλιά και παραμορφωμένη σχέση μεταξύ μας; Δεν είναι ρητορική ερώτηση.»

Δεν ήταν μόνο η αντίσταση της ενάντια σε μία πραγματικότητα που την απέκλειε, αλλά και η συνειδητοποίηση της ότι η γλώσσα μπορει να αρπαγεί από το πλαίσιο της για να εξυπηρετήσει την διατήρηση της ιεραρχίας.

Όταν στάθηκε μπροστά από ένα κοινό στο Σαν Φρανσίσκο τον Σεπτέμβριο του 1974 για να διαβάσει αυτό που είναι πλέον ένα από τα πιο ισχυρά της ποιήματα, ήταν απογοητευμένη. Το ποίημα (Power) αφορούσε την δολοφονία ενός δεκάχρονου Μαύρου αγοριού από σφαίρα αστυνομικού. Ο αστυνομικός τελικά αθωώθηκε από μία επιτροπή δεκατριών λευκών ανδρών και μόνο μιας Μαύρης γυναίκας. «Γνωρίζετε ότι στην Νέα Υόρκη δολοφονούν παιδιά στο δρόμο; Γνωρίζετε το όνομα αυτού του παιδιού;» ρωτάει το κοινό της ειρωνικά, σαν να είναι σίγουρη ότι για εκείνους η Μαύρη καθημερινότητα της Αμερικής μπορεί να περιοριστεί σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση και να ξεχαστεί πριν το μεσημεριανό διάλειμμα για φαγητό. Δεν ξέρουμε ποιό είναι το κοινό της, μα ήταν πάρα πολλές φορές στην ζωή της που χρειάστηκε να σταθεί σε ένα συνέδριο γεμάτο με λευκές φεμινίστριες της ακαδημίας που ήθελαν δήθεν να συμπεριλάβουν τα βιώματα των Μαύρων γυναικών στις συζητήσεις τους χωρίς όμως να θέλουν να παραδεχτούν ότι ο ρατσισμός ήταν και δικό τους πρόβλημα. «Η διαφορά μεταξύ της ποίησης και της ρητορικής είναι να είσαι έτοιμη να σκοτώσεις τον εαυτό σου αντί για τα παιδιά σου» λέει το ξεκίνημα του ποιήματος της. Η γλώσσα της ποίησης είναι ειλικρινής, είναι απελευθερωτική, απαιτεί αυτοθυσία και εσωτερική αφύπνιση. Η ρητορική είναι εύκολη, η γλώσσα που μόνο υπόσχεται αλλά δεν οδηγεί στην πράξη, η γλώσσα της εξουσίας, που, τυλιγμένη σε ακαδημαϊκές θεωρίες, στατιστικές και πιθανότητες, εμποδίζει την πραγματική αλλαγή. Η ρητορική αφαιρεί την εμπειρία, με τον ίδιο τρόπο που η Ντέιλι «δανείστηκε» τα λόγια της Λορντ για να ωφελήσει τις δικές της ιδέες, αγνοώντας το βάρος της εμπειρίας που γέννησε αυτα τα λόγια εξαρχής.

Παιδί φτωχών μεταναστών από την Καραϊβική που έφυγαν από την χώρα τους για ένα καλύτερο μέλλον, η Λορντ μεγάλωσε στις υποβαθμισμένες γειτονιές του Χάρλεμ της Νέας Υόρκης κι έμαθε από μικρή ηλικία τον αποκλεισμό και τις διάφορες μορφές διακρίσεων – για το φύλο της, για το χρώμα της, για την κοινωνική της τάξη και μετέπειτα και για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. «Δεν προοριζόμασταν ποτέ για να επιβιώσουμε» γράφει στο ποίημα «A Litany for Survival», για τον εαυτό της και για όλες τις Μαύρες γυναίκες που έχουν περιθωριοποιηθεί στην προσπάθεια τους να βρουν την θέση τους στον κόσμο. Κι όμως, τα κείμενα της, η ποίηση της, οι ιδέες της, έχουν επιβιώσει και θα συνεχίσουν να επιβιώνουν, όχι μόνο για το περιεχόμενο τους και για την λογοτεχνική τους αξία αλλα και για τον σκοπό τους. Η γραφή της Λορντ είναι πολιτική πράξη, η λογοτεχνία της μας δίνει τις λέξεις για να ονειρευτούμε την πιθανότητα της αλλαγής και να την μετατρέψουμε σε δράση. Μας προκαλεί να κάνουμε την δουλειά μας, να χρησιμοποιήσουμε το ταλέντο μας, την τέχνη μας, την μόρφωση μας και ό,τι εργαλείο είναι διαθέσιμο στην υπηρεσία ενός κόσμου που χωράει όλους μας.

Εκείνη συστηνόταν ώς «μαύρη, λεσβία, μητέρα, ποιήτρια, μαχήτρια», δεν έκρυβε καμία πλευρά του εαυτού της. Μας δείχνει πώς οι κυρίαρχες δομές της πατριαρχίας και της ετεροκανονικότητας καταπιέζουν όχι μόνο τα άτομα που στοχοποιούνται άμεσα, αλλά και εκείνους που θεωρούν ότι επωφελούνται από αυτά τα συστήματα. Μας καλεί να εξετάσουμε τις πλευρές του εαυτού μας που έχουν καταπιεί αυτή την καταπίεση ή και ασυνείδητα την στηρίζουν και μας προτρέπει να την ξεριζώσουμε μιά και καλή. «Δεν χρειάζεται να είσαι εγώ για να πολεμήσουμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Δεν χρειάζεται να είμαι εσύ για να αναγνωρίσουμε ότι οι πόλεμοι μας είναι ίδιοι…Για να γίνουμε ολοκληρωμένοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε την απελπισία που η καταπίεση φυτεύει μέσα μας – εκείνη τη λεπτή, επίμονη φωνή που μας λέει ότι οι προσπάθειές μας είναι μάταιες, ότι τίποτα δεν θα αλλάξει, οπότε γιατί να προσπαθούμε, πρέπει να το αποδεχτούμε. Και πρέπει να πολεμήσουμε αυτό το ενσωματωμένο κομμάτι αυτοκαταστροφής που ζει και ανθίζει μέσα μας σαν δηλητήριο, ανεξερεύνητο, μέχρι να μας κάνει να στραφούμε εναντίον του εαυτού μας και ο ένας εναντίον του άλλου». («Τα διδάγματα της δεκαετίας του ’60»)

Το έργο και οι ιδέες της Όντρι Λορντ μπορούν να ρίξουν φώς και στην δική μας πραγματικότητα. Να μας δείξουν όχι μόνο πώς η τέχνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ωφελήσει, να μεταμορφώσει μία κοινωνία αλλα και πώς μπορεί να οικειοποιηθεί απο το εκάστοτε πολιτικό σύστημα για να επωφελήσει τη συντήρηση της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πολύ μακριά. Στην Ελλάδα του σήμερα, ο φεμινισμός, η κουήρ “αποδοχή” μέσω της τέχνης, εργαλειοποιούνται συχνά από ένα κράτος που θέλει να δει τον εαυτό του ως προοδευτικό, με επιφανειακές υποσχέσεις και δηλώσεις ισότητας, χωρίς να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές για να επιφέρει πραγματική αλλαγή. Σε μία εποχή που κυριαρχεί η άδεια γλώσσα της ρητορικής, τα λόγια της Λορντ έχουν μία σπάνια ειλικρίνεια που μπορεί να μας αναστατώσει και να μας παροτρύνει να κοιτάξουμε γύρω μας αλλά και μέσα μας, να ονομάσουμε τις κοινωνικές παθογένειες που εντοπίζουμε και να ξεκινήσουμε την απαραίτητη δουλειά για να τις αποδομήσουμε – προσωπικά και συλλογικά.


  • *Τα κείμενα «Η ποίηση δεν είναι πολυτέλεια», «Ανοιχτή επιστολή στην Μαίρη Ντέιλι» και «Τα διδάγματα της δεκαετίας του ‘60» εμπεριέχονται στην συλλογή Sister Outsider που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά τον Απρίλιο του 2023 από τις εκδόσεις Κείμενα σε μετάφραση Ισμήνης Θεοδωροπούλου. Η μετάφραση αποσπασμάτων από το έργο της Λόρντ στο συγκεκριμένο κείμενο έχει γίνει από την αρθρογράφο.
  • *Τα ποιήματα «Power» και «A Litany for Survival» είναι από την ποιητική συλλογή The Black Unicorn που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1978.

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο