Στιγμιότυπο απο την ταινία La Chimera (2023) της Alice Rohrwacher

Η ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ

Δημήτρης Αυλωνίτης

|

Συντάκτης Κινηματογράφου

22/05/2026

Γιατί αγαπώ τον μαγικό ρεαλισμό.

Ποτέ δεν έβρισκα έντονο ενδιαφέρον στις ταινίες φαντασίας. Δεν κατάφερνα να βάζω τον εαυτό μου στην θέση των πρωταγωνιστών και δεν ένιωθα την σύνδεση με τους μυθοπλαστικούς κόσμους τους. Παρόλο που αναγνώριζα την επιθυμία του θεατή να ξεφύγει από την πραγματικότητα και να χαθεί σε φανταστικά σύμπαντα, ένιωθα πάντα μια απόσταση. Τι σχέση έχω εγώ με ηρωικούς εξωγήινους ή ευφυείς μάγους; Πάντα ένιωθα μεγαλύτερη σύνδεση με τους πιο ταπεινούς και ρεαλιστικούς πρωταγωνιστές, αυτούς που συναντάμε στην καθημερινότητα. Μόνο έτσι μπορούσα να νιώσω τον ενθουσιασμό και την ευτυχία τους αλλά και την απογοήτευση και τον πόνο τους. Κι όμως, δεν θεωρώ πως πρέπει να απορρίψουμε το μαγικό στοιχείο. Η πραγματικότητα μας κρύβει και μια αλλόκοτη πλευρά, η οποία ξεπροβάλλει χωρίς προειδοποίηση και δεν μας δίνει περιθώριο να την εξηγήσουμε. Η ζωή μας έτσι γίνεται πιο συναρπαστική και ενθουσιώδης. Υπάρχει λοιπόν τρόπος να ασπαστούμε το εξωπραγματικό αυτό συστατικό, χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσουμε έναν ολόκληρο κόσμο που να το περιβάλλει;

Αυτό ακριβώς αναδεικνύει ο μαγικός ρεαλισμός ο οποίος παρουσιάζει κάτι μη πραγματικό ή αλλόκοτο ως κάτι καθημερινό και κοινό. Σαν όρος εμφανίστηκε αρχικά ανάμεσα στους Ευρωπαίους ζωγράφους της δεκαετίας του 1920, με τον Γερμανό κριτικό τέχνης Franz Roh να χαρακτηρίζει κάποια έργα ως απεικόνιση της «μαγικής» φύσης του ορθολογικού κόσμου. Η μεγάλη άνθηση όμως πραγματοποιήθηκε στην Λατινική Αμερική, μετά την Κουβανική επανάσταση του 1959. Με πρεσβευτή τον σπουδαίο Κολομβιανό συγγραφέα Gabriel García Márquez και συγκεκριμένα το έργο του Εκατό Χρόνια Μοναξιάς (1967), η φιλοσοφία του μαγικού ρεαλισμού χρησιμοποιήθηκε ως μέσο αντίστασης  κατά του ιμπεριαλισμού και των εξωτερικών παρεμβάσεων ισχυρών χωρών όπως οι ΗΠΑ στα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Οι χαρακτήρες του βιβλίου αντιλαμβάνονται τα υπερφυσικά γεγονότα ως κάτι φυσιολογικό, χωρίς να χρειαστεί να δοθεί κάποια εξήγηση για αυτά. Με αυτόν τον τρόπο ο Μαρκές και οι υπόλοιποι γνωστοί συγγραφείς της εποχής, απορρίπτουν τον ορθολογισμό και χρησιμοποιούν το φανταστικό ως μέσο αμφισβήτησης και κριτικής της κοινωνικοπολιτικής τους πραγματικότητας. Έτσι λοιπόν, ο μαγικός ρεαλισμός αρχίζει να διεισδύει και στον υπόλοιπο κόσμο και δεν αργεί να επηρεάσει και την τέχνη του Σινεμά.

Όταν τον πρωτογνώρισα ήξερα κατευθείαν πως ενσαρκώνει ακριβώς το σουρεαλιστικό ύφος που αναζητούσα στον κινηματογράφο. Ο Charlie Kaufman στην ταινία του Being John Malkovich (1999), περιγράφει έναν κουκλοπαίκτη που βρίσκει μια πύλη, σε μια κρυμμένη πόρτα του γραφείου του, η οποία οδηγεί στο μυαλό του ηθοποιού John Malkovich. Ένα τελείως αλλόκοτο σενάριο που όμως πλαισιώνεται απόλυτα ομαλά στο ρεαλιστικό σύμπαν του πρωταγωνιστή μας, John Cusack. Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ταινία του Tim Burton, Big Fish (2003) στην οποία παρουσιάζεται η σχέση ενός ετοιμοθάνατου πατέρα που διηγείται τη ζωή του με υπερβολικές, παραμυθένιες ιστορίες, και του αποξενωμένου γιου του, ο οποίος προσπαθεί να διαχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία. Δύο ταινίες που χρησιμοποιούν στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, παρουσιάζοντας το εξωπραγματικό γεγονός ως κάτι απολύτως λογικό μέσα στο σύμπαν τους.

Ωστόσο, αυτό που συνδέει και τις δύο ταινίες είναι ότι κινούνται περισσότερο προς τη σφαίρα της φαντασίας και λιγότερο προς ένα ταπεινό, οικείο περιβάλλον. Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι το σενάριο, οι δημιουργοί αφιερώνουν μεγάλο μέρος της αφήγησης στην εξερεύνηση αυτού του παράδοξου συμβάντος, με αποτέλεσμα να παύει να μοιάζει ασυνήθιστο και να μετατρέπεται σταδιακά στη νέα κανονικότητα. Μια σουρεαλιστική πραγματικότητα που αρχίζει να αγγίζει την έννοια της φαντασίας και χάνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα που εγώ αναζητώ. Ένα χαρακτηριστικό που δεν είναι σε καμία περίπτωση αρνητικό, όμως δεν θεωρώ πως αντιπροσωπεύει τόσο εκείνο το αλλόκοτο και ανεξήγητο στοιχείο που εισβάλλει διακριτικά στην καθημερινότητα, χωρίς ποτέ να χρειάζεται να εξηγηθεί.

Η πιο βαθιά μου σύνδεση με τον μαγικό ρεαλισμό, ήρθε πριν δύο καλοκαίρια όταν παρακολούθησα την ταινία La Chimera (2023) της μοναδικής Alice Rohrwacher. Ο κόσμος της «Χίμαιρας» δεν διαφέρει πολύ από τον δικό μας. Σε ένα χωριό της Ιταλίας την δεκαετία του 1980, ένας Άγγλος νεαρός αρχαιολόγος ανασκάβει Ετρουσκιανούς τάφους, μαζί με τους συγχωριανούς του, ώστε να πουλήσουν τα ευρήματα και να βγάλουν έτσι άκοπο κέρδος. Ο πρωταγωνιστής μας όμως κατέχει μια υπερφυσική δύναμη με την οποία, χρησιμοποιώντας ένα κλαδί, οδηγείται στους τάφους αυτούς. Μια δύναμη που η Rohrwacher δεν αφιερώνει καθόλου χρόνο να εξηγήσει και παρόλο που θεωρείται ως αξιοσημείωτο γεγονός, δεν ερευνάται ποτέ από τους χαρακτήρες. Είναι μια μικρή γεύση μαγικού ρεαλισμού σε ένα απόλυτα καθημερινό περιβάλλον. Ο υπέροχος Josh O’ Connor, μας κρατάει το χέρι όσο προσπαθεί να πλοηγηθεί στον δικό του πόνο και απώλεια. Θέτει σύγχρονα ερωτήματα μοναξιάς και ανάγκης ανθρώπινης επαφής, κατακρίνοντας ταυτόχρονα την καταστροφική επίδραση του καπιταλιστικού μοντέλου. Θα μου μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό η στιγμή που αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη πρόκληση του στην ταινία. Σε αυτή, κοιτάζει με επιμονή ένα σημαντικό Ετρουσκικό εύρημα και αναλογίζεται αν η τέχνη αποτελεί απλά θησαυρό ή αν δημιουργείται για να διεγείρει κατι βαθύτερο στην ψυχή του ανθρώπου. Οδηγείται έτσι στην φράση «You are not made for human eyes».

Τελικά, η υπερφυσική του δύναμη δεν τον διαχωρίζει από οποιονδήποτε άνθρωπο αλλά λειτουργεί ως μια διέξοδος από την σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζει. Η ταινία καταλήγει να αποκτά έναν απόλυτα ανθρώπινο χαρακτήρα χωρίς να υποκύπτει στο μη-πραγματικό στοιχείο. Τα γυρίσματα έχουν γίνει σε διάφορα μέρη της κεντρικής Ιταλίας, τα οποία «ντύνουν» την ονειρική ματιά της Rohrwacher με τον πιο ιδανικό τρόπο. Τα κατάφυτα τοπία, οι ανθισμένες πεδιάδες και η απέραντη θάλασσα με την βοήθεια της συχνής χρήσης μια παλιάς φιλμ κάμερας, δημιουργούν μια παραδεισένια αίσθηση που συμπληρώνει την οδύσσεια του πρωταγωνιστή. Η ταινία αυτή, με την συμβολή της Rohrwacher, με έκανε να ερωτευτώ τον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού και με ενέπνευσε για την προσωπική μου αναζήτηση του αλλόκοτου στοιχείου στην ζωή μου.

«Θα μου μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό η στιγμή που αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη πρόκληση του στην ταινία. Σε αυτή, κοιτάζει με επιμονή ένα σημαντικό Ετρουσκικό εύρημα και αναλογίζεται αν η τέχνη αποτελεί απλά θησαυρό ή αν δημιουργείται για να διεγείρει κατι βαθύτερο στην ψυχή του ανθρώπου.»

Μέσω του μαγικού ρεαλισμού καταφέρνω να νιώσω την σύνδεση με τους πρωταγωνιστές και ταυτόχρονα να αντλήσω την μαγεία που συναντάμε στις ταινίες φαντασίας. Είναι για μένα ένα καταφύγιο και ένας χώρος που με γεμίζει έμπνευση και αγάπη. Είναι παράλληλα το αποτέλεσμα της δημιουργίας αυθεντικής τέχνης, δίχως την τυφλή υπακοή στους όρους που κυριαρχούν στον χώρο. Αυτός είναι και ο τρόπος που γεννιέται η τέχνη που μας συγκινεί και αποτυπώνεται στην ψυχή μας.

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο