Τα κεραμικά πλακάκια της Κωνσταντίνας Λαζαρίδου μένουν όσο τα αντέχει ο δρόμος. Άλλοτε τα παίρνει ο Δήμος, άλλοτε τα προσέχουν οι περαστικοί. Στα τετράδια -κεραμικά και αυτά- σημειώνονται αργότερα οδοί, ημερομηνίες και σχέδια που καταγράφουν τι κολλήθηκε και τι έμεινε. Η κουβέντα μας ξεκινά από το τετράδιο που τυχαία είδα και λάτρεψα και καταλήγει στο χώμα, τα παραμύθια, την καταγραφή, το εύθραυστο και το εφήμερο.
Η Κωνσταντίνα είναι απόφοιτος της ΑΣΚΤ με καταγωγή από το Αμύνταιο Φλώρινας. Μου αφηγείται όλη της την ιστορία σαν παραμύθι, χωρίς να προλαβαίνω να την ηχογραφήσω. Οι χαρακτήρες: περαστικοί, παππούδες, τουρίστες, γκραφιτάδες, συμφοιτητές. Οι σκηνές: κεραμικά κρυμμένα σε τάπερ φέτας και κασόνια, κληρονόμοι αρχαίων μύλων που εμφανίζονται πάνω σε άσπρο άλογο με μπλε ηλεκτρίκ φόρμα να την σταματήσουν απ’ το να τα κολλήσει. Στη συζήτησή μας λίγο από όλα – αστεία και ουσιαστικά.
Πράξη πρώτη
Η Κωνσταντίνα ξεκινά την ενασχόληση με την κεραμική στη σχολή. Αποφασίζει όμως ότι δεν την ενδιαφέρει να εκθέσει τα έργα της σε γκαλερί, σε χώρους που είναι όλα καθαρά και άσπρα όπως αναφέρει, αλλά να τα απλώσει στους δρόμους της Αθήνας. Αρχίζει να τα κολλάει λοιπόν μέσα στο βράδυ και να τ’ αφήνει εκεί.
Μου διηγείται ιστορίες από αυτή τη διαδικασία που μοιάζουν όπως λέει και εκείνη «σαν ανέκδοτο». Ανάμεσα τους, να περιμένει ώρες το βράδυ να κολλήσει κρυφά τα πλακάκια στη Κυψέλη, συναντώντας τον κύριο Γιώργο που ταΐζει τις γάτες και ρίχνοντας μπύρα στην κόλλα να μη ξεραθεί. «Έμειναν κανένα χρόνο εκεί τα πλακάκια», θυμάται, «μετά μου έστειλε μια κοπέλα μήνυμα ότι τα έβγαλε ο Δήμος αν τα θέλω πίσω και της είπα να τα κρατήσει.» Σε μια επόμενη σκηνή, τα εγκαθιστά κάπου στα Εξάρχεια, επιστρέφει την άλλη μέρα, βλέπει ότι λείπει ένα πλακάκι και την επόμενη είναι πάλι στη θέση του. Εμφανίζονται και κρύβονται σαν να συμμετέχουν σε κάποιο παιχνίδι με αγνώστους. Άλλες φορές, τα κολλάει κρεμάμενη από πτυσσόμενη σκάλα με πέντε παιδιά από τη σχολή να την κρατάνε. Είναι στο αυθόρμητο και εφήμερο που βρίσκει η ίδια το νόημα. «Αυτό που κάνω, αυτό με τους ανθρώπους έξω, αυτό με ενδιαφέρει», μου εξηγεί. Πολλοί πιστεύουν ότι βρίσκονται εκεί για να τα παίρνει ο κόσμος, άλλοι καταλαβαίνουν ότι πρέπει να μείνουν στη θέση τους. Το έργο ολοκληρώνεται με την παρέμβαση των περαστικών και τις διαφορετικές αντιδράσεις τους. Αφημένο στους τοίχους, προστίθεται στα στρώματα από θραύσματα μνήμης που έχουν οι πόλεις και ειδικά η Αθήνα.
Γη, Κάτω από τη Γη, Πάνω από τη Γη

Η θεματική της Κωνσταντίνας έχει κάτι από παραμύθι, κάτι από φύση. Είναι ένας κόσμος των στοιχείων. Μου αναφέρει πόσο πολύ έχει επηρεαστεί από τα παραμύθια του Αργύρη Χιόνη. Στα κεραμικά της εμφανίζονται κάτι καλικάντζαροι με πρόσωπο ήλιου, λιωμένα σπιτάκια, μάτια που κλαίνε, καραβάκια και ουρανοί. Σκέφτεται πάντα σε τρία επίπεδα: γη, κάτω από τη γη, πάνω από τη γη. Μου εξηγεί: «Ακόμα και το ημερολόγιο μου, το βλέπω τώρα, έχει τέσσερις μήνες πράσινο, τέσσερις καφέ, τέσσερις μπλέ.» Αυτό το τριμερές σχήμα λειτουργεί ως δομική αρχή των έργων της, συνδέοντας τις ρίζες, το παρόν και το φαντασιακό σε μια ενιαία γλώσσα. Η σχέση της με τον φυσικό κόσμο δεν είναι μόνο αισθητική αλλά βιωμένη και οικεία. «Εγώ μεγάλωσα στην επαρχία και μου αρέσει η ησυχία, υπάρχει και αυτό» αναφέρει όσο συζητάμε για τη ζωή στην Αθήνα. Η θεματική της είναι όμως και βαθιά συνδεδεμένη και με το υλικό της, τον πηλό. Από το χώμα βγαλμένος και αυτός, αποτέλεσμα του νερού, του αέρα, της φωτιάς. «Η κεραμική θέλει υπομονή και χρόνο. Πρέπει να περιμένεις, να φτιάξεις, ψήσεις, γυαλώσεις, ξαναψήσεις. Και όταν το βγάλεις μπορεί και να έχει σπάσει, σε γειώνει.» Είναι μια άσκηση υπομονής αλλά και αποδοχής ότι δεν μπορείς ποτέ να ελέγξεις ολοκληρωτικά το αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον στην πρακτική της βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα στον αργό, απαιτητικό χρόνο της δημιουργίας του κεραμικού και στη βιασύνη, την εφήμερη έκθεση, το ρίσκο της στιγμής όταν τοποθετείται στον δρόμο.

Κεραμικά Τετράδια: Πως σώζουμε ένα ζωντανό έργο;

Κάπου εκεί έρχονται και τα τετράδια. Ήταν ο τρόπος της να κρατήσει κάτι από αυτά που έφτιαχνε και πιθανόν να μην ξαναέβλεπε. Έφτιαξε το πρώτο στην Ισπανία που είχε βρεθεί για Erasmus το 2022. Είχε εγκαταστήσει έξι σχέδια στη Γρανάδα αλλά καθώς θα έφευγε και δεν θα μπορούσε να τα επισκέπτεται, ήθελε κάπως να τα καταγράψει. Εκείνη την περίοδο μάθαινε βιβλιοδεσία και έτσι αποφάσισε να δοκιμάσει να φτιάξει ένα κεραμικό με δικά της σκίτσα. «Αυτό που έφτιαξα στην Γρανάδα φυσικά μου έσπασε στο ταξίδι, όπως φαντάζεσαι, αλλά δεν πειράζει» γελάει.

Έτσι, αποφάσισε να φτιάξει άλλο ένα τετράδιο καταγράφοντας ό,τι είχε μείνει από τα πλακάκια που έβαλε στην Αθήνα μεταξύ του 2018 και 2024. «Έκανα μια βόλτα να δω τι έχει μείνει – έβαλα την οδό, την ημερομηνία. Αριστερά τι είχα βάλει στην αρχή και δεξιά τι είχε μείνει από αυτό». Με χάρτες, οδούς, ημερομηνίες, σώζει όσα εκείνη κρίνει απαραίτητα. Ανήκει στην πρακτική των εικαστικών βιβλίων, έργο τέχνης από μόνο του αλλά και μέσο καταγραφής των έργων ταυτόχρονα. Ένα τετράδιο ασυνήθιστο, φτιαγμένο από υλικό άκαμπτο και εύθραυστο. Ένα χειροποίητο αρχείο σε διάλογο με την μνήμη και την λήθη. Μας δίνει μια απάντηση στο τι κάνουμε με ένα ζωντανό και κινούμενο έργο. Πώς το σώζουμε; Έστω στην μνήμη; Τι κάνουμε όταν σπάει αφού το έχουμε προσεκτικά πλάσει, ψήσει, φροντίσει; Τι χρειάζεται να χαρίζεται; Τι χρειάζεται να κρατάμε;
Ένας κύκλος, μια καμπάνα
Αντίστοιχα με το τετράδιο λειτουργούν και δύο ακόμη έργα της: ο κύκλος και η καμπάνα. Ο κύκλος είναι κι εκείνος σαν ημερολόγιο. Αποτελείται από πολλά κεραμικά θραύσματα που μαζί τοποθετημένα συνιστούν μια σφαίρα. Αποφάσισε να τον κολλήσει στην Πλατεία Θεάτρου ως μέρος της πτυχιακής της. «Εκεί ήταν το πρώτο μέρος που έκατσα όταν ήρθα Αθήνα και σκέφτηκα ότι δεν είναι και τόσο άσχημα εδώ. Δεν είχα κάνει καν τη σύνδεση ότι είναι ένας κύκλος που κλείνει», εξηγεί. Ο κύκλος καταγράφεται επίσης στο τετράδιο, με υπόμνημα που περιγράφει τον κύκλο της ζωής με την καρδιά στο κέντρο του. Όπως βλέπουμε στο σκίτσο και εκεί δομείται από το τριμερές σχήμα γης, ουρανού και υποστρώματος. Ο κύκλος αυτός συνδέεται και με εκείνον της φύσης, από τις ρίζες στο άνθος, που επίσης σχεδιάζει.
Η κεραμική καμπάνα ξεκίνησε από την περιέργεια της για τον ήχο ως μέσο μεταφοράς ενός μηνύματος, κατέληξε όμως να έχει άλλη σημαντικότερη λειτουργία. Με δικά της λόγια:
«Πριν ακόμα αποφασίσω το μέρος όπου θα τοποθετηθεί, συνέβησαν κάποια γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Εκείνον τον χειμώνα κάναμε μια μάζωξη στο εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος και εκεί γνώρισα και τον Νικήτα και την Κέλλυ. Δύο μήνες αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, έγινε το δυστύχημα στα Τέμπη. Ο Νικήτας και η Κέλλυ βρίσκονταν στο δεύτερο βαγόνι. Το Πάσχα, επιστρέφοντας από την Αθήνα στο χωριό, ένιωσα την ανάγκη να φυτέψω μια συκιά σε εκείνο το εκκλησάκι. Πήγα στη λαϊκή αγορά για να πάρω μία. Ο πωλητής με ρώτησε αν τη θέλω για γλυκό ή για φρούτο. Διάλεξα την συκιά για φρούτο, με τη σκέψη πως, αν ρίζωνε, θα έδινε καρπούς. Εκείνος, όμως, μου χάρισε και μια δεύτερη συκιά για γλυκό, μου ευχήθηκε «καλό ρίζωμα». Την ώρα που έσκαβα, μου ήρθε στο μυαλό η τελευταία εικόνα που είχα από εκείνο το σημείο και τότε έγινε η σύνδεση: μία συκιά για τον Νικήτα και μία για την Κέλλυ. Όλες οι αρχικές ιδέες άρχισαν να μετατοπίζονται. Η καμπάνα κατέληξε άηχη. Είχε αρχικά προοριστεί να τοποθετηθεί στον Γράμμο, στην χαράδρα του Χάρου. Όταν όμως οι συκιές δεν ρίζωσαν, αποφάσισα να τοποθετήσω εκεί την καμπάνα μου – ως μια σιωπηλή παρουσία, ένα ίχνος μνήμης αντί για ήχο.

Εδώ η καμπάνα παύει να λειτουργεί ως αντικείμενο ήχου. Μένει άηχη και υπενθυμίζει με την παρουσία της την μεγάλη σιωπή. Καταγράφει την απώλεια.
Στο σύνολο του, το έργο της Κωνσταντίνας Λαζαρίδου μας κάνει να σκεφτούμε τι οφείλουμε να αφήνουμε πίσω μας και τι να θυμόμαστε. Το χώμα είναι μέρος αυτής της διαδικασίας. Συμμετέχει στην κυκλικότητα της ζωής άλλοτε ως παροδικό ίχνος και άλλοτε στην προσπάθεια να ριζώσει κάτι. Από τα κεραμικά της στον δρόμο μαθαίνουμε πως κάποιες φορές πρέπει να αφήσουμε κάτι να σπάσει, να φύγει, να μην μας νοιάζει αν μας το πάρουν, να το χαρίζουμε. Να μην είμαστε υπερπροστατευτικοί όσο χρόνο και αν του αφιερώσαμε. Τα τετράδια και η καμπάνα έχουν κάτι άλλο να μας πουν. Να εξετάζουμε τι κάναμε στο παρελθόν και τι απομένει τώρα. Να κρατάμε τεκμήρια. Να σιγουρευόμαστε πολύ καλά ότι δεν θα ξεχάσουμε. Να μαθαίνουμε πως να συνεχίζουμε ξανά και ξανά μέσα στον κύκλο της ζωής και της απώλειας. Να γίνεται ανάγκη η μνήμη.