Όταν κάποτε την ρώτησα ποιο είναι το ιδανικό μέρος να γράφει, μου απάντησε: «Μπροστά στην θάλασσα». Η Λίνα Στεφάνου είναι ποιήτρια, αρθρογράφος, συντάκτρια, πεζογράφος – κοινώς ένα συγγραφικό πολυεργαλείο. Σαν τα πολύχρωμα στυλό με τις πολλές μύτες που είχαμε στο Δημοτικό. Οποιοδήποτε κι αν είναι το ύφος ή το είδος του κειμένου, οι «μύτες» της παραμένουν καλο-ακονισμένες και γεμάτες μελάνι.
Έχει εργαστεί σε δεκάδες εφημερίδες και περιοδικά, απ’ την «χρυσή εποχή» του τύπου, μέχρι την σημερινή κωματώδη του κατάσταση και οι ιστορίες της πάντα με συναρπάζουν. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα, πέντε ποιητικές συλλογές. Από το 2014 είναι συνεκδότρια του NOMAS – ενός εξαμηνιαίου έντυπου «ταξιδιωτικού» περιοδικού που παρά την επέλαση του διαδικτύου ακόμη τραβάει τους αναγνώστες και τους οδηγεί στα βιβλιοπωλεία για να το προμηθευτούν.
Στο NOMAS την γνώρισα όταν με ανέλαβε ως μαθητευόμενο. Σχεδόν όλα όσα έχω μάθει για την συγγραφή και την κειμενογραφία τα οφείλω σε εκείνη. Και πολλά περισσότερα δηλαδή… Η Λίνα είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αρέσκονται στις «ψιλοκουβέντες». Μπορείς να μιλάς αχόρταγα και για ώρες μαζί της, αρκεί να μιλάς ειλικρινά. Απ’ τις αρκετές συζητήσεις μας λοιπόν, όσες άλυτες απορίες συγκράτησα τα λίγα χρόνια που την γνωρίζω, τα ρώτησα σ’ αυτήν την συνέντευξη.
Μια συνέντευξη με τον άνθρωπο που μου έμαθε να παίρνω συνεντεύξεις…
Το 2014, εν μέσω κρίσης, μαζί με τον Γιάννη Μπουρνιά ξεκινήσατε το περιοδικό NOMAS, που βγαίνει αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Πώς κατάφερε και επιβίωσε ένα τέτοιο έντυπο, κόντρα στους καιρούς;
Δεν ξέρω αν υπάρχει συνταγή επιτυχίας, αν αυτό με ρωτάς. Ξέρω ότι το NOMAS ξεχώρισε επειδή είχε πρωτότυπο περιεχόμενο και σχεδιασμό. Δεν έμοιαζε δηλαδή με κανένα άλλο ελληνικό ή ξένο περιοδικό όταν κυκλοφόρησε. Ήταν τόσο πρωτότυπο που δεν μας καταλάβαιναν ούτε στις διαφημιστικές εταιρίες όταν πηγαίναμε στην αρχή να ζητήσουμε διαφήμιση, ούτε μπορούσαμε να εξηγήσουμε με σαφήνεια στον creative director μας τι ακριβώς θέλαμε να κάνουμε και τον τρελαίναμε. Το περίφημο ντάμι, η διαδοχή δηλαδή των θεμάτων σ’ ένα περιοδικό, για τα πρώτα τεύχη του NOMAS, στήθηκε στο πάτωμα του σπιτιού μας από τον Γιάννη Μπουρνιά και μένα. Τυπώναμε τις φωτογραφίες και τις απλώναμε στο σαλόνι κι αυτό μπορεί να μας έπαιρνε από 1 – 2 μέρες μέχρι ν’ αποφασίσουμε, επειδή ούτε εμείς ξέραμε τι ακριβώς θέλουμε. Το ψάχναμε. Ξέραμε όμως τι δεν θέλαμε. Κι αυτό είναι πάντα ένα καλό σημείο εκκίνησης. Αν μπορούσα λοιπόν να συνοψίσω τα τρία στοιχεία που έκαναν το NOMAS να ξεχωρίσει ήταν η πρωτοτυπία, η ποιότητα (στο περιεχόμενο αλλά και στην εμφάνιση) και το πείσμα μας. Η επιμονή μας να πηγαίνουμε κόντρα στις εύκολες λύσεις.
Πριν λίγο καιρό θέλατε να ξεκινήσετε να παραδίδετε σεμινάρια δημοσιογραφίας. Δεν γνωρίζω αν ακόμα είναι μέσα στα μελλοντικά σας πλάνα, αλλά πείτε μου τι σας ώθησε σ’ αυτή την απόφαση;
Όταν ήμουν νέα και κάποιος με ρωτούσε τι δουλειά έκανα, απέφευγα να πω δημοσιογράφος, από δέος απέναντι σ’ αυτή τη δουλειά που τη θεωρούσα λειτούργημα κι από σεβασμό απέναντι σε κάποιους μεγαλύτερους συναδέλφους, που τιμούσαν το επάγγελμα. Έλεγα λοιπόν ότι είμαι ιδιωτικός υπάλληλος – πράγμα που δεν ήταν και τελείως ψέμα. Σήμερα πάλι δεν τολμάω να πω ότι είμαι δημοσιογράφος όταν με ρωτάνε, αλλά τώρα είναι από ντροπή. Συνήθως όταν με ρωτάνε απαντάω ότι γράφω. Και τους αφήνω να φαντάζονται ό,τι θέλουν.
Τα τελευταία χρόνια η δημοσιογραφία έχει φτάσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Όχι ότι δεν υπάρχουν και σήμερα αξιόλογοι συνάδελφοι που τιμούν το επάγγελμα. Υπάρχουν αλλά δεν είναι η πλειοψηφία. Για μένα η δημοσιογραφία είναι και παραμένει πάντα ένα λειτούργημα. Είναι η 4η εξουσία που οφείλει να ελέγχει τις άλλες τρεις (τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική). Είναι η υγιής περιέργεια που μπορεί να σε κάνει να ξεκινάς από το σημείο «Α» με σκοπό να καταλήξεις στο σημείο «Β», αλλά ακολουθώντας τα στοιχεία του ρεπορτάζ σου τελικά να καταλήγεις στην… ακολουθία Φιμπονάτσι -κάτι δηλαδή που δεν υπήρχε ποτέ στις αρχικές σου επιδιώξεις. Η αληθινή δημοσιογραφία είναι ένα ταξίδι που ξεκλειδώνει κόσμους, ακονίζει τη σκέψη και αφυπνίζει τη συνείδηση. Δεν είναι οι άνοστες ερωτήσεις των τηλεοπτικών εκπομπών και σίγουρα δεν είναι οι στημένες πολιτικές συζητήσεις των δελτίων ειδήσεων.
Γι’ αυτό μου έρχεται κατά καιρούς η ιδέα να διδάξω. Ίσως κάποια στιγμή αν μου δοθεί η ευκαιρία και είναι οι συνθήκες κατάλληλες να το κάνω.
Το πρώτο βιβλίο που εκδώσατε ήταν μυθιστόρημα, το «Τσάρλυ». Έκτοτε μόνο ποίηση. Ποιος ο λόγος πίσω απ’ αυτήν την στροφή;
Ανακάλυψα ότι είμαι ποιήτρια κατά λάθος. Επειδή γέννησα. Μέχρι τότε πίστευα ότι θα έγραφα μόνο μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημα όμως απαιτεί δέσμευση. Απαιτεί να είσαι εκεί κάθε μέρα. Για να γράψω το πρώτο μου βιβλίο είχα παραιτηθεί τότε από το περιοδικό που δούλευα και που ήταν και η μόνη πηγή εισοδήματος που είχα. Σήμερα ακούγεται αυτοκτονικό αυτό και υπό μια έννοια και τότε ήταν. Αλλά δεν μπορείς να γράψεις στα σοβαρά ένα μυθιστόρημα, αν δεν μπεις μέσα στην ιστορία που περιγράφεις. Αν δεν αφήσεις τους ήρωες σου να ζωντανέψουν και να σε οδηγήσουν όπου εκείνοι θέλουν. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να πετάξεις όλον τον υπόλοιπο κόσμο έξω. Πρέπει να απομονωθείς. Για να ζωντανέψεις μια ιστορία πρέπει να “σκοτώσεις” τα πρόσωπα που απαρτίζουν τη δική σου ιστορία. Κι αν όχι να τα σκοτώσεις, τουλάχιστον για πολλές ώρες κάθε μέρα επί χρόνο ή χρόνια να τα αγνοείς. Να φεύγεις και να επανέρχεσαι μέσα στη μέρα κατά το δοκούν.
Όταν γέννησα αυτή η δυνατότητα για μένα εξαφανίστηκε. Δεν υπήρχε δικός μου χρόνος πια. Μόνο μικρές κοφτές ανάσες ελευθερίας, όταν το παιδί κοιμόταν. Κι έτσι, εξ ανάγκης, γεννήθηκαν αυτά που στην αρχή αποκαλούσα “τα μικρά” και που η εκδότρια μου Πόπη Γκανά αποφάσισε, ευτυχώς, πως ήταν ποιήματα άξια να εκδοθούν.
Ίσως κάποτε γράψω πάλι ένα μυθιστόρημα. Προς το παρόν όμως απολαμβάνω την ελευθερία, τον βασανισμό, τη λιτότητα, και την αναρχία της ποιητικής έμπνευσης, που ταιριάζουν απόλυτα στον χαρακτήρα μου.
Στην τελευταία σας ποιητική συλλογή «ΚΡΑΚ & Τα Δάκρυα της Πόλης» υπάρχει το ποίημα, «Μιλώντας με τον Καβάφη», που κάθε τόσο επανέρχεται στον νου μου. Το βρίσκω αποκαλυπτικό για την στάση του ανθρώπου απέναντι στον αναπόφευκτο θάνατό του. Πιστεύετε είναι η αποκάλυψη αυτών των πηγαίων αληθειών που χαρακτηρίζει την καλή ποίηση; Και πότε επιτέλους θα βγει η επόμενη συλλογή;
Η ποίηση περιστρέφεται πάντα γύρω από τα ίδια βασικά θέματα. Ζωή, χρόνος, έρωτας, θάνατος, φύση. Αυτά είναι τα βασικά χρώματα. Σ’ αυτά βουτάμε όλοι οι ποιητές τα πινέλα μας και ζωγραφίζουμε την αλήθεια μας. Ο πίνακας διαμορφώνεται στη συνέχεια ανάλογα με την κριτική σκέψη του καθενός. Η προοπτική εξαρτάται από τα βιώματα και τις αναγνώσεις μας. Το βάθος έχει να κάνει με την τόλμη και την ειλικρίνεια. Έτσι φτιάχνεται ένα καλό ποίημα. Κυρίως ζώντας και διαβάζοντας. Επειδή η ποίηση τρέφεται πάντα με ποίηση.
Το επόμενο βιβλίο μου είναι σχεδόν έτοιμο. Το δουλεύω εδώ και 3 χρόνια. Ελπίζω μέχρι το Σεπτέμβριο να το έχω ολοκληρώσει, πράγμα που σημαίνει ότι θα κυκλοφορήσει μάλλον το 2026.
Θυμάμαι σε μια συζήτηση μου είχατε πει πως οι γυναίκες αντιλαμβάνεστε διαφορετικά τον κόσμο. «Απ’ εδώ» μου είπατε, και δείξατε με το χέρι σας κάτω απ’ τον στομάχι. Θέλετε να μου μιλήσετε πάλι γι’ αυτήν την διαφορά; Και πώς πράγματι θα ήταν ο κόσμος αν οι γυναίκες κυβερνούσαν (όπως ρώτησε πρόσφατα το ΕΜΣΤ);
Μιλούσα για το υπογάστριο. Επειδή η γυναίκα λόγω του έμμηνου κύκλου συντονίζεται με τις φάσεις της σελήνης. Άρα είναι πιο κοντά στη φύση. Η γυναίκα, μακριά από τις κοινωνικές επιρροές που μπορούν να την μεταμορφώσουν σε παρά-φύση πλάσμα ή σε μέγαιρα, μπορεί να έχει σοφία πελώριας δυναμικής μαζί με ταπεινότητα, ακριβώς επειδή η φύση της τη συνδέει με το Όλον. Το υπογάστριο είναι το μαλακό μας σημείο. Πονάμε σ’ εκείνο το σημείο κάθε μήνα, πράγμα που μας μαθαίνει τα όρια, μας υπενθυμίζει διαρκώς τη σχέση μας με τη φύση και άρα με το μέτρο. Μας αναγκάζει να διατηρούμε μια γνώση μη μεταδιδόμενη (επειδή είναι βιωματική), άρα κρυφή. Ακόμα και οι τυχερές -υπήρξα μια εξ’ αυτών- που δεν νιώσαμε πόνο περιόδου, έχουμε άλλα συμπτώματα μια φορά το μήνα (ζαλάδες, εκνευρισμό, υπόταση και υπνηλία) να μας συνδέουν με το όριο, να μας θυμίζουν το μέτρο της φύσης στο οποίο υπακούν εκούσια ή ακούσια όλα τα πλάσματα. Οι άνδρες που δεν το βιώνουν αυτό, χαρακτηρίζονται συχνά -λόγω σωματικής δύναμης- από αμετροέπεια και έπαρση, με όλα τα ολέθρια αποτελέσματα που αυτά συνεπάγονται και που έχουν τεκμηριωθεί ιστορικά.
Το πώς θα ήταν ο κόσμος αν κυβερνούσαν οι γυναίκες θα το μάθουμε μόνο αν το επιτρέψουμε κάποτε να συμβεί. Οι γυναίκες ιστορικά έχουν αποδείξει ότι είναι ικανές για το χειρότερο (Ιμέλντα Μάρκος, Έλενα Τσαουσέσκου, Τσιανγκ Τσινγκ κλπ.) αλλά είναι επίσης ικανές για το καλύτερο (Θεοδώρα, Ελισάβετ Α’, Αικατερίνη η Μεγάλη, Τζασίντα Άρντερν κ.ά.). Θα είχε ενδιαφέρον να το βλέπαμε αλλά δεν νομίζω ότι οι πατριαρχικές κοινωνίες θα το επιτρέψουν σύντομα. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας. Ακόμα μας σκοτώνουν επειδή θέλουμε απλά να χωρίσουμε ή γιατί αφήνουμε τα μαλλιά μας ελεύθερα και δεν τα σκεπάζουμε με χιτζάμπ.
Πολλές φορές έχετε πει ότι η λύση σε όλα είναι η αγάπη και διαφωνείτε όταν λέω ότι πίσω απ’ όλα κρύβεται ο έρωτας. Αγάπη ή έρωτας λοιπόν, ποιος νικάει στο τέλος;
Ο έρωτας για τον οποίο μιλάς έχει να κάνει με πάθος. Πάσχεις – από άλογες ορμόνες. Υποφέρεις.
Η αγάπη για την οποία μιλάω είναι κατάσταση του μυαλού. Η αγάπη όχι μόνο για ανθρώπους αλλά και για καταστάσεις και για εργασίες. Η αγάπη ως συστατικό στην καθημερινότητα μας σε όλα όσα κάνουμε και με όλα όσα ασχολούμαστε, είτε αυτό είναι η διακυβέρνηση μιας χώρας, είτε είναι το βάψιμο ενός φράχτη. Για μένα η αγάπη είναι όντως η απάντηση, όχι στο τι, αλλά στο πώς πρέπει να ζούμε. Είναι αυτό που αν καθοδηγεί το βήμα μας μπορεί να κάνει αυτόν τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος για να ζεις. Αγάπη για τον διπλανό σου, για το ζώο ή για το έντομο που βλέπεις μπροστά σου, για τη βαρετή εργασία που έχεις να διεκπεραιώσεις. Αγάπη ειδικά γι’ αυτά που δεν μας αρέσουν.
Θα σου φέρω ένα αηδιαστικό παράδειγμα: Κανείς δεν θέλει να αδειάζει τα καλαθάκια του μπάνιου. Είναι σιχαμερό. Όταν όμως το δεις σαν μια πράξη αγάπης -μια μικρή αθόρυβη πολυτέλεια- για τους ανθρώπους που αγαπάς, κι έχεις επιλέξει να ζουν στο ίδιο σπίτι μαζί σου, τότε η πράξη αποκτάει νόημα, παύει να είναι αηδιαστική και το κάνεις με ευκολία.
Η αγάπη είναι το συστατικό που κρατάει την ουσία αυτού του κόσμου ενωμένη.
Επανειλημμένως μου έχετε πει ότι εμπιστεύεστε την γενιά μου. Γιατί;
Επειδή κάθε γενιά είναι καλύτερη από την προηγούμενη εξ’ ορισμού. Επειδή αν δεν το κάνω θα προδώσω την δική μου γενιά που επίσης οι μεγαλύτεροι δεν μας εμπιστευόντουσαν κι έτσι θα διαιωνίσω το χάσμα που είχα με τους γονείς μου. Επειδή τέλος, σαν γενιά έχετε όλες τις παθογένειες που είχε κάθε προηγούμενη από σας γενιά, αλλά έχετε επίσης εφόδια και δεξιότητες που κληρονομήσατε -απ’ όλους εμάς που προηγηθήκαμε- που καμιά προηγούμενη γενιά δεν είχε. Ο αιώνας σας θα είναι εξίσου δύσκολος με τον δικό μας αλλά θα είναι και χειρότερος. Αλλοίμονο αν δεν πίστευα σε σας. Θα ήταν σαν να μην πίστευα πως θα υπάρξει μέλλον.
Και η γενιά μετά από σας θα είναι ακόμα πιο προικισμένη. Επειδή πιστεύω ότι η φύση θα βρίσκει πάντα τρόπους να επιβιώνει παρά τους παραλογισμούς και την απειλή που λέγεται άνθρωπος. Εσείς θα κληθείτε να βρείτε λύσεις σε προβλήματα που τώρα διαμορφώνονται. Υπάρχει ένα κομμάτι της γενιάς σου που είναι ανήσυχο, έξυπνο, ευαίσθητο, προικισμένο με πολλές δεξιότητες και γνώσεις. Δεν είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της νέας γενιάς. Ιστορικά αυτό το κομμάτι δεν ήταν ποτέ το μεγαλύτερο. Αλλά είναι το κομμάτι εκείνο που δίνει ηγέτες, επιστήμονες και καλλιτέχνες.
Πιστεύω ότι, με πολλές αναταράξεις και ανατινάξεις, στο τέλος θα τα πάτε μια χαρά.