«Τα Κουλ Κορίτσια δεν θυμώνουν ποτέ. Απλώς χαμογελούν…» λέει στον ειρωνικό της μονόλογο η Έιμι, πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Gone Girl, της Τζίλιαν Φλυν (2012). Έχει ήδη ξεκινήσει το σχέδιο εκδίκησής ενάντια στον σύζυγο της, Νικ: Στην 5η επέτειο του γάμου τους, μετατρέπει το σαλόνι του σπιτιού τους σε πεδίο εγκλήματος, σπάει το τραπέζι, χύνει αίμα και εξαφανίζεται. Στόχος της είναι να υποψιαστούν οι αρχές ότι ο άνδρας της την δολοφόνησε. Όταν δύο χρόνια μετά το βιβλίο μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη σε σκηνοθεσία του David Fincher, το κοινό ενθουσιάστηκε. Παραμένει μέχρι σήμερα η πιο πετυχημένη ταινία του. Κάτι φαίνεται να μας τραβάει στα «μη-κουλ» κορίτσια και στις εκδηλώσεις αυτού που σήμερα αποκαλούμε «feminine rage» ή «γυναικεία οργή». Και δεν υπάρχει ίσως άλλο πιο πολυσυζητημένο και διαχρονικό παράδειγμα γυναικείας οργής από την Μήδεια του Ευριπίδη γραμμένο 2.500 χρόνια πριν, το 431 π.Χ.
Σύμφωνα με την μυθολογία, η Μήδεια ήταν ισχυρή μάγισσα, κόρη του Βασιλιά Αιήτη της Κολχίδας. Όταν ο Ιάσονας καταφθάνει στην Κολχίδα για να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας, εκείνη τον ερωτεύεται. Για να τον βοηθήσει στην αποστολή του, σκοτώνει τον αδερφό της, απαρνείται την οικογένεια της και τον ακολουθεί στην Κόρινθο για να ζήσουν μαζί. Κάνουν δύο παιδιά, δύο γιούς. Ο Ιάσονας όμως, για να εξασφαλίσει την εξουσία του, αποφασίζει να παντρευτεί την Γλαύκη, κόρη του βασιλιά Κρέοντα της Κορίνθου, αντί για εκείνη. Η Μήδεια, ύστερα, εξορίζεται από την Κόρινθο με απόφαση του βασιλιά. Ξέρει ότι η φήμη της ως γυναίκα είναι συνδεδεμένη με τον γάμο. Η εγκατάλειψη της από τον Ιάσονα ισοδυναμεί με κοινωνικό θάνατο. Και γι’ αυτό αποφασίζει να τον εκδικηθεί:
Παρακαλεί τον Κρέοντα να μείνει μια ακόμη μέρα την Κόρινθο, προσποιούμενη την αβοήθητη μητέρα:
“ Άφησέ με να μείνω αυτή τη μία ημέρα, να κάτσω να σκεφτώ πώς θα πορευτούμε στην εξορία και πώς θα έχουν τα παιδιά μου ό,τι χρειάζονται, μια και ο πατέρας τους δεν νοιάζεται να έχουν οτιδήποτε.” (340-343)
Με τον χρόνο που της δίνεται, στέλνει δύο δώρα στην Γλαύκη, έναν χιτώνα κι ένα στέμμα, με το πρόσχημα της συμφιλίωσης. Τα δώρα όμως είναι ποτισμένα με δηλητήριο, κι όταν εκείνη τα δοκιμάζει πάνω της, καίγεται ζωντανη. Ύστερα σκοτώνει τα ίδια της τα παιδιά.
Η Έιμι, απ’ την άλλη, αναγκάζεται να μετακομίσει στο Μιζούρι για χάρη του Νικ και βρίσκεται ξαφνικά σε μια κοινωνία που την αντιμετωπίζει ως ξένη. Ζει κλεισμένη και απομονωμένη στο σπίτι, ενώ παράλληλα, με δικά της χρήματα αγοράζει ένα μπαρ για να το διευθύνει ο Νικ. Ως αντάλλαγμα εκείνος την απατά με μια νεότερη γυναίκα. Τότε καταστρώνει κι εκείνη την εκδίκηση της.
Κατά τη διάρκεια της σκηνοθετημένης της εξαφάνισης, η Έιμι, ζητά την βοήθεια του πλούσιου πρώην της, παριστάνοντας την κακοποιημένη γυναίκα. Όταν εκείνος προσπαθεί να την κάνει πάλι δικιά του, τον δολοφονεί και επιστρέφει στον Νικ καλυμμένη στα αίματα, λέγοντας πως ο πρώην της την βίασε. Η ιστορία της απαγωγής της Ειμι είχε ήδη πάρει δημόσιες διαστάσεις στα μέσα ενημέρωσης, και όταν πια επιστρέφει στον Νικ, όχι μόνο εξασφαλίζει την αθωότητα του, αλλά επί της ουσίας τον παγιδεύει στον γάμο τους, με εκείνη να έχει το πάνω χέρι. Γιατί πώς μπορεί πλέον ο Νικ να χωρίσει μια γυναίκα που είναι θύμα απαγωγής και βιασμού; Πώς μπορεί να χωρίσει τη γυναίκα που είναι έγκυος με το παιδί τους; Η Έιμι λοιπόν, χρησιμοποιεί το στερεότυπο της γυναίκας ως θύμα ανδρικής βίας, και ανακοινώνει δημόσια την εγκυμοσύνη της διασφαλίζοντας την εικόνα της ως αθώα μητέρα. Η τακτική αυτή, μοιάζει με εκείνη της Μήδειας, όταν επικαλέστηκε τον ρόλο της ως αβοήθητη μητέρα, για να κερδίσει χρόνο στην Κόρινθο.
Η Μήδεια περιφρονεί τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Ελλάδα, όπως και η Έιμι στον μονόλογο της. Μιλώντας για τις γυναίκες της Κορίνθου την αρχή του έργου, λέει:
“Από όλα πάλι τα πλάσματα που έχουν πνοή και λογική οι γυναίκες είμαστε το πιο αξιολύπητο (230-231) … Πρώτα πρώτα πρέπει, ξοδεύοντας χρήμα και χρήμα, να αγοράσουμε σύζυγο και να τον έχουμε κύριο του κορμιού μας (232-234)”.
Οι δύο γυναίκες εναντιώνονται σ’ αυτά τα στερεότυπα. Η Έιμι χειραγωγεί τους άλλους, διαπράττει φόνο και εδραιώνει την κυριαρχία της στον γάμο. Η Μήδεια καταστρέφει την ζωή του Ιάσονα και παίρνει πίσω την δόξα που τον βοήθησε να αποκτήσει. Εδώ έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε και την έννοια του κλέους («δόξα») που εμφανίζεται συχνά στο αρχαίο θέατρο. Συνήθως είναι μια έννοια αυστηρά συνδεδεμένη με τους άνδρες και το ηρωικό κύρος. Ο Ευριπίδης όμως, αποδίδει παρόμοιες τιμές στην (αντι)ηρωίδα του. Το έργο κλείνει με την Μήδεια να ανυψώνεται σε ένα άρμα που το σέρνουν φτερωτοί δράκοι, δώρο του θεού Ήλιου, συμβολίζοντας την απελευθέρωση της και την θέση της μεταξύ των θεών. Και το κοινό, εμείς, ακόμη και σήμερα συμφωνούμε. Θαυμάζουμε τις γυναίκες που δεν μένουν ήσυχες και παθητικές, που διεκδικούν και τιμωρούν γιατί ικανοποιούν το δικό μας έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης και δικαίωσης.