Πέρασαν 33 χρόνια για να μεταφραστεί επιτέλους στα ελληνικά το διάσημο έργο του Marc Augé «Non-lieux», του 1992. 33 χρόνια, που η ελληνική βιβλιογραφία δεν διέθετε ένα κλασικό έργο για το πώς ο χώρος του μεταμοντέρνου οικονομικού δημιουργήματος, είτε διαρθρώνεται σε δομές κατανάλωσης (εμπορικά κέντρα), είτε μεταφοράς (αυτοκινητόδρομοι, αεροδρόμια, τρένα), έχει μετα(σ)τρέψει την υπόσταση της ανθρώπινης σχέσης για να εξυπηρετήσει την ταχύτητα, η οποία με τη σειρά της μάς οδηγεί γρηγορότερα, πιο μαζικά και πιο αποτελεσματικά σε έναν σκοπό, που συχνά δεν υπάρχει.
Αυτή την αίσθηση της ταχύτητας έχουμε ακόμα την εντύπωση ότι καταργούμε, στην Ελλάδα, όταν πηγαίνουμε διακοπές.
Η όλη ρητορική για το «καλοκαιράκι» (που πάντα έρχεται·) έχει καταντήσει κουραστική. Όχι γιατί προτιμώ το λιώσιμο μπροστά από το αέναο Παραδοτέο της Δουλειάς, αλλά γιατί το καλοκαιράκι δεν υπάρχει. Έχει πλέον αντικατασταθεί από έναν φαύλο κύκλο ολοένα και αυξανόμενου συγχρωτισμού σε μη-τόπους, από τη στιγμή που μπαίνουμε στο πλοίο έως και το μίζερο μετρό της επιστροφής, περνώντας από το νιοστό cookie-cutter μαγαζί που έγινε trend στο Pinterest και εννοείται ότι πρέπει να πάμε, και φυσικά, τον απέραντο μη-τόπο των social media, του οποίου τη γενίκευση (2010-20) και αναγκαιοποίηση (2020-…) δυστυχώς δεν πρόλαβε να αναλύσει ο Augé (1935-2023). Φυσικά, εάν μπορούμε να πληρώσουμε τις διακοπές αυτές.
Κάθε πέρσι και καλύτερα, λοιπόν.


Η Μυρτώ Αξαρλή, φωτογράφος και καθηγήτρια φωτογραφίας, αποτύπωσε αυτό τον αφορισμό αριστοτεχνικά στην έκθεση Delusion, υπό την επιμέλεια της Ηώς Πάσχου. Η καλλιτέχνις συγκέρασε το αειθαλές φυσικό κάλλος της (όχι πλέον ανέγγιχτης!) Ικαρίας, με μία ήρεμη ζωή στο νησί, όπως παλιά, μέσω εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων, αφημένων από τους ιδιοκτήτες τους στα τέλεια σημεία για τον καλλιτέχνη-αρχειοθέτη-εθνογράφο: όπου ακριβώς τους κατέβει.

Η χωροθέτηση των φωτογραφιών κάθε άλλο παρά με οδήγησε σε σκέψεις για μη-τόπους. Η Ηώ Πάσχου και η ομάδα του Darkroom Creative Project δημιούργησαν έναν χώρο εξαιρετικά φιλόξενο και ταιριαστό στο πνεύμα των φωτογραφιών, όπου πέρασα ώρες χωρίς να αισθανθώ βαρεμάρα, πολλώ δε μάλλον να θελήσω να εφαρμόσω την αρχή της ταχύτητας που αποτυπώνει ο Augé.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παρουσιάζεται μια ωραιοποιημένη έκδοση του αντικειμένου συναρτήσει του χώρου του. Ιδίως όταν το κύριο σύμβολο της έκθεσης, το αυτοκίνητο, έχει ξεκινήσει να γίνεται (επιτέλους!) αντικείμενο συζήτησης ως προς τη θέση του στον (μη) τόπο μας. Με την κεντρική εγκατάσταση, οι δημιουργοί θέτουν το αυτοκίνητο όχι μόνο ως centrepiece της έκθεσης, αλλά συγκεκριμένα ως διαλυμένο και πολυσχιδές centrepiece, καταφέρνοντας να μην μονοπωλεί τη συζήτηση παρά τα πολλαπλά του επίπεδα.

Είναι κατ’αρχήν ένας χώρος που προκαλεί την περιέργεια.

Οι μνήμες που εμείς φέρνουμε στην έκθεση, οι δικές μας παλιές διακοπές, το δικό μας καλοκαιράκι που πέρασε αλλά έχουμε καταχωνιάσει κάτω από υποχρεώσεις και το πανταχού παρόν φάντασμα της Δουλειάς, αναδεικνύονται με το πέρασμά μας από το darkroom της έκθεσης, εκεί όπου η μνήμη εξειδικεύεται ακόμα παραπάνω, με αντικείμενα και γραπτά.


Προσοχή όμως, in the big 2026, αυτό το ‘πέρσι’ προλαβαίνει κάλλιστα να γίνει από νοσταλγικό, παρωχημένο. Πολύ γρήγορα. Η νοσταλγία είναι φθηνή, αλλά δεν είναι πανάκεια για τον ζόφο που μας περικλείει, ως νέος μη-τόπος. Ακριβώς επειδή είναι φθηνή, η επιλεκτικότητα της μνήμης μας για το, καθ’ όλα τέλειο, προηγούμενο καλοκαίρι μπορεί να μας οδηγήσει από μόνη της σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Τελικά, είναι πιθανό να μην μπορούμε – από μια έκφανση του FOMO που υφίσταται μόνο στο μυαλό μας για πράγματα που δεν ζήσαμε ποτέ – να περάσουμε καλά – και να πιστεύουμε ότι «φταίμε εμείς» για αυτό, όταν στην πραγματικότητα δεν νιώθουμε τίποτα παραπάνω από την εσωτερίκευση μιας αίσθησης για τον εξωτερικό μας κόσμο.
Φεύγοντας από την έκθεση, ξεκίνησα να αναρωτιέμαι εάν αυτό το παρελθόν των διακοπών που φανταζόμαστε, το παρελθόν του «βγαίνουμε από το πλοίο, έχοντας πραγματικά αφήσει τις σκοτούρες μας πίσω» όντως υπήρξε κάποτε. Δεν είναι καταφανές το εάν η έκθεση αυτή λαμβάνει θέση για αυτό, αλλά πιθανότατα και να μη χρειάζεται. Όταν μπήκαμε στο Darkroom κουβαλούσαμε τις δικές μας βαλίτσες διακοπών, γεμάτες με συναισθηματικό φορτίο μοναδικό για το κάθε άτομο.

Και εν τέλει, πάντα θέλουμε να τις ξαναγεμίσουμε.
*Φωτογραφίες από την έκθεση: Άρης Ασκόπουλος