Ο Χρυσόστομος Τσαπραϊλης (φωτογραφία του ίδιου, 2022)

Ο ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΣΑΠΡΑΪΛΗ

Χρυσάνθη Μεχίλη

|

Συντάκτρια Λογοτεχνίας

05/05/2026

Μια συζήτηση για την Ελλάδα του αλλόκοτου.

Στο βιβλιοπωλείο που κάποτε εργαζόμουν, υπήρχε ένα βιβλίο πάνω στον πάγκο της λογοτεχνίας, που κάθε φορά που περνούσα, σταματούσα να το χαζέψω. Το εξώφυλλο του ήταν μαύρο και είχε πάνω μία μυστηριώδη πόρτα και τον  περίεργο τίτλο «De Mysteriis». Το άνοιξα κάποια στιγμή στην πρώτη σελίδα και είδα ότι είναι εμπνευσμένο από τον  ομώνυμο δίσκο των Mayhem. Έχοντας ακούσει την ανατριχιαστική ιστορία τους, μια μέρα αποφάσισα κι εγώ να κρύψω ένα αντίτυπο πίσω από το ταμείο για μένα. Έτσι γνώρισα τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη και την σκοτεινή του ερμηνεία της  ελληνικής, και όχι μόνο, παράδοσης.

Ο Χρυσόστομος έχει εκδώσει ακόμη τρία βιβλία, με πιο γνωστό ίσως την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας», όπου μας παρουσιάζει την δική του εκδοχή των παραδόσεων του  τόπου του, και έχει μεταφράσει έργα του Thomas Ligotti και της Shirley Jackson στα ελληνικά. Έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει στη Θεσσαλία, απ’ όπου αντλεί έμπνευση για τα έργα του.

Κεντρικές θεματικές ενότητες στα έργα του αποτελούν, πέρα από τις παραδόσεις, η φύση και κάτι σκοτεινό και  αλλόκοτο που πάντα παραμονεύει, είτε στις ψυχές των χαρακτήρων του είτε στο περιβάλλον τους. Δεν περίμενα ποτέ πως υπάρχουν Έλληνες συγγραφείς που ασχολούνται με τον τρόμο, πόσο μάλλον τον λαογραφικό τρόμο, και διαβάζοντας τα  βιβλία του Χρυσόστομου ταξίδεψα νοερά σε μία πιο γκόθικ και πιο τρομακτική, με την καλή έννοια, Ελλάδα.

Η τελευταία σου συλλογή De Mysteriis είναι εμπνευσμένη από τον ομώνυμο δίσκο των Mayhem. Πέρα από τη  μουσική τους, υπήρξαν έμπνευση των διηγημάτων και οι ζωές των μελών; Για παράδειγμα, το διήγημα  «Παγωμένο Φεγγάρι» είναι αφιερωμένο στον Per Yngve Ohlin, γνωστός και ως Dead, και υπάρχουν και κάποια  κοινά σημεία ανάμεσα σε αυτόν και τους πρωταγωνιστές του διηγήματος. 

Έμπνευση για τα διηγήματα αποτέλεσαν αφενός οι αρκετά ασαφείς στίχοι του δίσκου. Ξεκίνησα, προσπαθώντας, ως  πρόκληση, να δω τι πλοκή μπορώ να αντλήσω από αυτούς (κάποια, όπως το Life Eternal, είχαν σχεδόν έτοιμη την  πλοκή, σε κάποια άλλα ζορίστηκα αρκετά μέχρι να τη βρω). Από εκεί και πέρα πάτησα τόσο στην πολυτάραχη ζωή μελών του συγκροτήματος (με έμφαση στον Dead και τις τόσο παράξενες συνήθειες του, ο οποίος έγραψε και αρκετούς από  τους στίχους του δίσκου) όσο και γενικότερα από το πνεύμα του νορβηγικού black metal της αρχής της δεκαετίας του  1990. Πνεύμα το οποίο άπτεται γενικότερων θεμάτων που με απασχολούν, όπως το άτομο απέναντι στην κοινότητα, η νοσταλγία για ένα φαντασιακό παρελθόν απέναντι στην νεωτερικότητα, κτλ.

Σχετικά με την θέση των γυναικών στα έργα σου, αναρωτιέμαι γιατί άραγε οι γυναίκες έχουν πρόσβαση σε  μυστηριώδη και απόκοσμα μέρη στα οποία οι άντρες δεν έχουν, όπως βλέπουμε στις Παγανιστικές Δοξασίες; 

Η έντονη γυναικεία σχέση με το υπερφυσικό στα γραπτά μου έχει να κάνει με την ιστορική σύνδεση της θηλυκότητας με τη μαγεία και το μυστήριο στις πατριαρχικές κοινωνίες, μια σύνδεση που κατά ένα μέρος έχει να κάνει με τη μαγεία ως  γυναικείο κώδικα επικοινωνίας και χειραφέτησης. Είναι έτσι μια συνειδητή επιλογή για ανάδειξη της αποσιωπημένης  γυναικείας φωνής, αλλά και του εμπλουτισμού της παράδοσης με ισχυρές γυναικείες παρουσίες, οι οποίες μπορούν να εμπνεύσουν δέος και τρόμο στους άντρες, αντιστρέφοντας έτσι τα συνήθη παραδοσιακά πρότυπα.

Στα βιβλία σου, και κυρίως στις Παγανιστικές Δοξασίες, κυρίαρχο ρόλο παίζει η φύση. Έχεις αναφερθεί  παλιότερα στην αγάπη σου για το έργο το J.R.R Tolkien, ο οποίος ήταν και ο ίδιος λάτρης της φύσης. Έχει  επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο γράφεις για τη φύση η αγάπη του Tolkien για αυτήν; 

Σαφώς. Ο Tolkien είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας και αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στον τρόπο με τον οποίο  παρουσιάζει τη φύση στο έργο του. Μοιράζομαι μαζί του τη βαθιά απογοήτευση και οργή για τον εξωφρενικό τρόπο με  τον οποίο αντιμετωπίζει τη φύση ο σύγχρονος άνθρωπος, και με τα γραπτά μου προσπαθώ να υπενθυμίσω ότι η φύση  δεν είναι κάτι άψυχο που υπάρχει προς εκμετάλλευση του ανθρώπου (όπως είναι η κυρίαρχη άποψη από τον Καρτέσιο  και έπειτα, μια άποψη πολύ βολική για την καπιταλιστική εκμετάλλευση και λεηλασία του περιβάλλοντος), αλλά ένας  κόσμος γεμάτος ζωντάνια, όπου καθετί πάνω του έχει πνεύμα. Ουσιαστικά προσπαθώ να εμφυσήσω στον αναγνώστη  μια ανιμιστική θέαση του κόσμου, καθώς πιστεύω ότι αυτή είναι απαραίτητη για να αντιμετωπίσουμε την τεράστια  περιβαλλοντική κρίση που βιώνουμε.

«Mε τα γραπτά μου προσπαθώ να υπενθυμίσω ότι η φύση  δεν είναι κάτι άψυχο που υπάρχει προς εκμετάλλευση του ανθρώπου αλλά ένας  κόσμος γεμάτος ζωντάνια, όπου καθετί πάνω του έχει πνεύμα.»

Κάτι που παρατήρησα διαβάζοντας τις Παγανιστικές Δοξασίες και το De Mysteriis είναι η περιορισμένη χρήση, ή  και η έλλειψη διαλόγου από τα διηγήματα σου. Είναι συνειδητή η έλλειψη αυτή, και αν ναι, σε τι αποσκοπεί;

Είναι αρκετά συνειδητή και έχει να κάνει με την εστίαση στο περιβάλλον, στον κόσμο και στη φύση, εν αντιθέσει με τον άνθρωπο, όπως είθισται στη λογοτεχνία. Τη θεωρώ ένα αρκετά χρήσιμο εργαλείο σε μια  κοινωνία τόσο ανθρωποκεντρική όσο η δική μας. Επίσης, είναι και πρακτικό το ζήτημα: ο διάλογος με ζορίζει αρκετά περισσότερο στη συγγραφή.

Στις Παγανιστικές Δοξασίες «ξαναγράφεις» τις παραδόσεις της Θεσσαλίας και παρουσιάζεις ένα πιο  μυστηριώδες και αλλόκοτο τοπίο, ενώ η παράδοση είναι ο βασικός θεματικός άξονας και στο De Mysteriis.  Πιστεύεις πως μέσω της χρήσης της παράδοσης ως έμπνευση για τις τέχνες μπορούμε να φέρουμε πίσω λίγη  από τη μαγεία και την αίσθηση του θαυμαστού, που ο ίδιος έχεις πει πως λείπουν από τον κόσμο μας πια; 

Είναι μία από τις κατευθύνσεις στις οποίες μπορούμε να στραφούμε. Η παράδοση είναι πύλη προς μια από τις  προνεωτερικές θεωρήσεις του κόσμου, και αποτελεί ίσως την πιο προσβάσιμη πηγή για να αντλήσουμε μαγεία και την  αίσθηση του θαυμαστού, πράγματα που τόσο μας λείπουν (ως ενήλικες, τουλάχιστον) από τον σημερινό κόσμο. Αρκεί  μονάχα να μην θεωρούμε την παράδοση κάτι ιερό και αναλλοίωτο, αλλά να έχουμε την τόλμη και το θράσος να τη  φέρνουμε στα δικά μας μέτρα.

Πέρα από την παράδοση παρατηρούνται στο De Mysteriis αναφορές στην ελληνική μυθολογία, όπως στο  διήγημα «Από το σκοτεινό παρελθόν». Θεωρείς πως υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στην ελληνική  μυθολογία και στη νέα ελληνική παράδοση; 

Η αρχαία ελληνική μυθολογία αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης μεγαλύτερη από τη νεοελληνική παράδοση, μιας και  ήρθα σε επαφή μαζί της από πολύ μικρή ηλικία. Ανάμεσα στις δύο υπάρχει σύνδεση, όχι όμως άμεση, με τη μορφή  δηλαδή που ήθελε να παρουσιάσει ο Πολίτης όταν αναζητούσε εθνική συνέχεια ανάμεσα στην αρχαιότητα και το  νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η σύνδεση έγκειται στη (θραυσματική κατά κύριο λόγο) επιβίωση γλωσσικών,  τελετουργικών και εθιμικών στοιχείων, που μπορεί να έχουν υποστεί αναπόφευκτες αλλαγές από το πέρασμα των αιώνων, αλλά μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τον πυρήνα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη Θεσσαλία η επιβίωση  της τελετουργίας του Κατεβάσματος του φεγγαριού, που πραγματοποιούνταν από την κλασική αρχαιότητα μέχρι και  τουλάχιστον τη δεκαετία του 1970 σε χωριά του κάμπου της Καρδίτσας.

Σε προηγούμενη συνέντευξη σου είχες αναφέρει τον όρο hiraeth, μια κέλτικη/ ουαλική λέξη που δεν μπορεί να  μεταφραστεί, αλλά περιγράφει την νοσταλγία κάποιου για τον τόπο του ή και για έναν τόπο δικό σου τον οποίο  όμως δεν έχεις «ζήσει». Πιστεύεις ότι μέσω των βιβλίων σου, και ιδιαίτερα των Παγανιστικών Δοξασιών, έχεις  συμφιλιωθεί πια με την θεσσαλική επαρχία και έχει αρχίσει να ξεθωριάζει αυτό το συναίσθημα του hiraeth; 

Hiraeth είναι η νοσταλγία για κάτι (τόπο, εποχή, κουλτούρα) με το οποίο δεν έχεις έρθει σε άμεση επαφή, αλλά η ιδέα του  και μόνο εγείρει κάτι βαθύ μέσα σου. Πολλές φορές χρησιμοποιείται για φανταστικούς τόπους ή φαντασιακές μορφές  πραγματικών τόπων. Στην περίπτωσή μου το hiraeth που με αφορά έχει ως πηγή την άλλη αυτή Θεσσαλία, τη γεμάτη  μαγεία, μυστήριο και θαυμαστό, και στα βιβλία μου μεταγγίζω τη λαχτάρα μου για αυτή. Αυτή η νοσταλγική λαχτάρα όχι  μόνο δεν έχει ξεθωριάσει, αλλά φουντώνει ακόμα περισσότερο κάθε φορά που γράφω για την αλαφροΐσκιωτη Θεσσαλία,  μιας και με κάθε κείμενο η εικόνα της γίνεται όλο και πιο ζωντανή μέσα μου.

Η λογοτεχνία του φανταστικού και ο τρόμος, καθώς και διάφορες υποκουλτούρες, έχουν φτάσει πλέον στο  mainstream. Σε τι πιστεύεις ότι οφείλεται αυτή η στροφή; 

Αφενός στο ίντερνετ, το οποίο έδωσε τη δυνατότητα σε άτομα που ανήκαμε σε αυτές τις υποκουλτούρες, να έρθουμε  πολύ πιο εύκολα σε επικοινωνία μεταξύ μας, αλλά και να διοχετεύσουμε προς το ευρύ κοινό τα προσωπικά μας πάθη, παρακάμπτοντας τα φίλτρα της «υψηλής» κριτικής. Αυτό οδήγησε σε μια απενοχοποίηση της πάλαι ποτέ «παραλογοτεχνίας», με αποτέλεσμα οι δημιουργοί να μη διστάζουν πλέον να ασχοληθούν με τα είδη που πραγματικά τους ενδιαφέρουν. Και αναπόφευκτα, καθώς περισσότερος κόσμος ασχολείται με αυτά τα είδη, υπάρχει μια άνοδος της  ποιότητας. Τέλος, φταίει και η κατάρρευση των αυστηρών ορίων που συνέβη κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000,  όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και σε άλλες μορφές τέχνης, και οδήγησε σε αναπάντεχα υβρίδια και μπολιάσματα.

Γιατί επέλεξες ως μέσο το διήγημα; Υπάρχει κάτι που σε τράβηξε σε αυτό εξαρχής; 

Αρχικά λόγω ευκολίας: είναι πολύ πιο γρήγορο, κατά τη γνώμη μου, να στήσεις ένα μικρό διήγημα, σε σχέση με ένα μυθιστόρημα (όπως συνειδητοποιώ τώρα που ασχολούμαι για πρώτη φορά με τόσο μεγάλη φόρμα). Κατόπιν, το μικρό μέγεθος ταίριαξε απολύτως με το διαδίκτυο: οι Παγανιστικές Δοξασίες ξεκίνησαν ως σελίδα στο Facebook, ένα τερέν όπου ο αναγνώστης σπανίως έχει την όρεξη και συγκέντρωση να διαβάζει τεράστια κείμενα. Σταδιακά, όμως, βιβλίο το βιβλίο,  συνειδητοποιώ ότι επεκτείνω τη φόρμα μου, μιας και αντιλαμβάνομαι τους περιορισμούς και τα όρια της διηγηματικής  έκτασης.

Θα επιστρέψεις ποτέ μόνιμα στη θεσσαλική επαρχία; 

Η επιστροφή στη Θεσσαλία, και συγκεκριμένα στην Καρδίτσα (και ιδανικά σε ένα από τα ορεινά χωριά του νομού) είναι  πλέον όνειρο ζωής. Για την ώρα οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές, αλλά ελπίζω ότι μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια θα  καταφέρω να περνάω τουλάχιστον ένα μεγάλο τμήμα του χρόνου εκεί.

«Η παράδοση είναι πύλη προς μια από τις  προνεωτερικές θεωρήσεις του κόσμου, και αποτελεί ίσως την πιο προσβάσιμη πηγή για να αντλήσουμε μαγεία και την  αίσθηση του θαυμαστού, πράγματα που τόσο μας λείπουν (ως ενήλικες, τουλάχιστον) από τον σημερινό κόσμο.»

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο