“Η γιαγιά μας η καλή
που εχήρεψε μικρή
είχε άντρα τον παππού μας
ταγματάρχη από σχολή
Κάθε τόσο της κολλούσα
και της έλεγα:
γιαγιάκα
χήρα είσαι
βρες βρε κάποιον
με πολλά πολλά λεφτάκια
Κρεμασμένες να τις έχω
τις ψωλές σ’ έναν κορμό
μήτε να τις βλέπω θέλω
μήτε να τις ακουμπώ
Τότε αλήθεια ανεκουφίσθην
είχαν όλα πια λυθεί
Η πουστρίλα στη φαμίλια
ήταν κληρονομική”
«Η γιαγιά μου η λεσβία» από την ποιητική συλλογή του Σπύρου Χαιρέτη «Ο Γοργόνος και άλλα πλάσματα»
Όταν ο Σπύρος ήταν μικρός, έπαιρνε χαρτιά Α4 και έγραφε ποιήματα. Έπειτα τα πουλούσε στους γονείς του και στους φίλους τους για 300 ή 500 δραχμές, κοστολογώντας τα δίκαια ανάλογα με την προσπάθειά του. Ζωγράφιζε γοργόνες με αναλογίες 90-60-90 σε στυλ Άριελ, με ροζ ουρές, που φιλιόντουσαν με γοργόνους. Σήμερα, ως ποιητής και ακαδημαϊκός με ειδίκευση στην τηλεοπτική μυθοπλασία υπό φεμινιστικό και κουήρ πρίσμα, ο γοργόνος επιστρέφει ως κεντρική φιγούρα στην πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ο Γοργόνος και άλλα πλάσματα», σαν φόρος τιμής στα παιδικά του χρόνια, αλλά με νέους, απόλυτα δικούς του, όρους.
Αυτό που με κέρδισε στην ποίηση του Σπύρου είναι ο τρόπος που αντλεί από την παιδική φαντασία και το παιχνίδι για να φέρει στην επιφάνεια ζητήματα όπως η διαφορετικότητα σε μια κοινωνία που επιβάλλει τα πρότυπά της, η βία και η απομόνωση που βιώνουν τα κουήρ άτομα από την πολιτεία, την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον, η ντροπή γύρω από θέματα που θεωρούνται ακόμα ταμπού όπως το HIV/AIDS, και η δύσκολη πορεία προς την αυτοαποδοχή. Το χιούμορ του Σπύρου είναι αντιληπτό σε όλα του τα ποιήματα. Δεν είναι όμως ποτέ αθώο: πίσω από τη φαινομενική ελαφρότητα, το προσωπικό βίωμα αποκτά πολιτική διάσταση και εκτίθενται συνειδητά όσα θεωρούνται ντροπιαστικά, «χαμηλά» ή ατελή. Η ντροπή δεν εξαγνίζεται ούτε η παιδικότητα εξιδανικεύεται· και τα δύο λειτουργούν ως τρόποι να ειπωθούν δύσκολες αλήθειες, να ραγίσουν κανονιστικότητες και να ανοίξουν χώρο για άλλες μορφές ελευθερίας.
Από τη συζήτησή μας, ένα απόγευμα Παρασκευής πριν τα Χριστούγεννα, προέκυψε ένας τρόπος να σκεφτώ ξανά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι την ποίηση: όχι ως μοναχική πράξη, αλλά ως μια διαδικασία βαθιά συλλογική. Η ποίηση του Σπύρου αποδομεί το στερεότυπο του απομονωμένου δημιουργού και αντλεί τη δύναμή της από τη σχέση, την φιλία και την ομαδικότητα.
Με δικά του λόγια:
Η συλλογή «ο Γοργόνος και άλλα πλάσματα» είναι η πρώτη που έχεις γράψει και έχεις δημοσιεύσει. Πότε έγινε η ποίηση κομμάτι της ζωής σου; Ήταν κάτι που έγινε ξαφνικά ή ήταν πάντα εκεί;
Έγραφα πάντα. Δεν θυμάμαι πώς ξεκίνησε· θυμάμαι, ωστόσο, ότι ως μοναχοπαίδι είχα από τους γονείς μου μια σταθερά θετική παρότρυνση του τύπου «ναι παιδί μου, είσαι πολύ καλός, προχώρα!» ακόμη κι όταν δεν ήμουν – και αυτό τους το δίνω. Κάπως έτσι ξεκίνησα, γύρω στα πέντε-έξι. Έπαιρνα χαρτιά Α4 και έγραφα ποιήματα, από εντελώς nonsensical μέχρι ιστορίες από την οικογένειά μου, συγγενείς και τέτοια, και τα κοστολογούσα κιόλας. Τότε είχαμε δραχμές, οπότε έλεγα: αυτό αξίζει 300 δραχμές, αυτό στο οποίο έχω προσπαθήσει περισσότερο κοστίζει 500. Και τα πούλαγα. Σαν να ήξερα από τότε ότι αυτή ήταν η μόνη μου ευκαιρία να βγάλω λεφτά από την ποίηση.
Τέλειο.
Τα πούλαγα και σε φίλους τους. Όπου βέβαια αργότερα έμαθα ότι οι γονείς μου έδιναν λεφτά στους φίλους τους για να τα αγοράζουν! Η γραφή για μένα συνέχισε όλα αυτά τα χρόνια. Από το Facebook έμαθα για το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, όπου έστειλα ένα πορτφόλιο με κάποια ποιήματα κι έτυχε να με πάρουν. Η φοίτηση είναι δωρεάν και παλιότερα έπαιρνες και κάποια λεφτά, αλλά τη δική μου φουρνιά την είχε βρει η κρίση! Αυτό όμως που μου έκανε πραγματικά καλό ήταν όλο το πλαίσιο: το να έχεις αφορμές και λόγους για να γράφεις, ανθρώπους που σου δίνουν feedback, που δε σου λένε απλώς «αγάπη μου, τι ωραία που γράφεις», αλλά με ειλικρίνεια «αυτό δεν μου αρέσει γιατί…», «αυτό θα το έβλεπα αλλιώς», Σημείο αναφοράς ήταν επίσης το ότι γνώρισα ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα.
Είμαστε ένα γκρουπάκι, 8 παιδιά, και κάνουμε παρέα ακόμα, παρότι έχουν περάσει πολλά χρόνια. Οπότε όλο αυτό για μένα γεννήθηκε και ισχυροποιήθηκε μέσα σε ομάδες. Κάποια στιγμή είπα: «ωραία, έχω μαζέψει αρκετό υλικό, μπορούμε τώρα να δούμε αν βγάζει νόημα, αν υπάρχει κάποια θεματική». Και κάπως έτσι έγινε αυτή η συλλογή.
Ανέφερες ότι υπήρξαν άτομα που σε βοήθησαν με την διαδικασία της ετοιμασίας αυτών των ποιημάτων για δημοσίευση. Πόσο σημαντική είναι αυτή η συλλογικότητα για σενα, για την δουλειά σου;
Πολύ. Με την ποιήτρια και φίλη, Ανδρονίκη Τασιούλα, διοργανώσαμε τον περασμένο Σεπτέμβρη μια διημερίδα για την ποίηση και λέγαμε ακριβώς αυτό. Ίσως παλαιότερα το κομμάτι της συλλογικότητας να αποσιωπούνταν· θεωρούσαμε την ποίηση και τη γραφή κάτι βαθιά προσωπικό και για κάποιους είναι πράγματι έτσι. Ωστόσο, μπορεί να είναι και ομαδικό σπορ. Υπάρχουν συγκεκριμένα φίλα που εμπιστεύομαι πολύ, μου αρέσει να ακούω τη γνώμη τους, όχι επειδή θα υιοθετήσω απαραίτητα τα πάντα, αλλά γιατί με ενδιαφέρει ο διάλογος πριν κάτι φτάσει στο τελικό του αποτέλεσμα.
Ήθελα να σε ρωτήσω για το ποίημα, «Συγνώμη (το πλάσμα της ντροπής)». Γράφεις σαν εισαγωγή ότι αυτοί που διάβασαν προηγούμενες εκδοχές του ποίηματός σου είπαν ότι «μην τυχόν και το δημοσιεύσεις, αυτό δεν είναι κουήρ και θα γίνεις η ντροπή του κουήρ». Ήθελα να σε ρωτήσω, τι κάνει ένα ποίημα κουήρ κι αν εσύ θεωρείς τον εαυτό σου πρωταρχικά κουήρ ποιητή;
Είναι μια μεγάλη συζήτηση και μια συζήτηση που δεν μπορεί να έχει οριστικές απαντήσεις, και δεν χρειάζεται κιόλας. Έχει απασχολήσει έντονα τον ακαδημαϊκό χώρο και, στο ελληνικό συγκείμενο, δουλειές όπως τα κείμενα της Βαρβάρα Ρούσσου ή του Χαράλαμπου Οταμπάση θέτουν ακριβώς τέτοιες προβληματικές. Το ερώτημα δεν είναι τόσο τι αφηγείται ένα κείμενο, όσο το πώς στέκεται απέναντι στην κανονικότητα. «Queer» μπορεί να είναι ένα κείμενο που αρνείται να ευθυγραμμιστεί με κυρίαρχες αφηγήσεις, που διαταράσσει κανονικότητες σε επίπεδο γραφής, τόνου ή φόρμας, και που φέρνει το σώμα στο προσκήνιο ως πολιτικό πεδίο. Ένα κείμενο που δεν εξαγνίζει την επιθυμία, αλλά τη δηλώνει με αναπολογητικούς όρους, που δεν ακολουθεί τον «σωστό» χρόνο της ζωής, αλλά παρουσιάζει τον χρόνο όπως μπορεί να βιώνεται, δηλαδή με καθυστερήσεις, παρεκκλίσεις και επαναλήψεις. Σε όλα αυτά παίζει ρόλο και η πρόθεση, το αν οι δημιουργοί έχουν μια σαφή τοποθέτηση και την επιθυμία να υπάρχουν χωρίς να ζητούν άδεια, δημιουργώντας ρωγμές μέσα στο ίδιο το πολιτισμικό τοπίο.
Στη συγκεκριμένη συλλογή, με ενδιέφερε σε μεγάλο βαθμό να ξαναδιαβάσω το παρελθόν και να δω πώς μπορεί να εμπλουτιστεί εκ των υστέρων με γεγονότα, επιθυμίες και φαντασίες που τότε δεν υπήρχαν ή δεν επιτρέπονταν. Υπάρχει έντονα η εμπειρία της έλλειψης αυτενέργειας, ειδικά σε μικρές ηλικίες, όταν δεν μπορείς ακόμη να υπάρξεις ως το υποκείμενο που θα ήθελες να είσαι, αλλά ξέρεις ότι κάτι δεν «κολλάει». Ταυτόχρονα, με απασχολεί και το πώς κανονικότητες και προσδοκίες μπορούν να αναπαράγονται ακόμη και σήμερα, ακόμη και μέσα σε χώρους που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι ασφαλείς. Συναισθήματα που δεν μπαίνουν εύκολα στο αφήγημα της υπερηφάνειας, όσα η Heather Love ονομάζει οπισθοστρεφή συναισθήματα, δηλαδή ντροπές, παραβλέψεις, στιγμές ή γεγονότα για τα οποία δεν είμαστε πάντα περήφανοι. Όλα εκείνα που συχνά δεν βρίσκουν τις συνθήκες για να αρθρωθούν, αλλά επιμένουν να μας στοιχειώνουν.

Σε απασχολεί το πώς θα εκλάβει τα ποιήματα σου η κουήρ κοινότητα;
Δεν αντιλαμβάνομαι την κουήρ κοινότητα ως μια ομογενοποιημένη οντότητα. Άλλωστε ακόμη και η λέξη «κοινότητα» είναι μια σύμβαση που μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Η πρόσληψη λειτουργεί καλειδοσκοπικά, άρα το ίδιο ποίημα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί διαφορετικά, καθώς οι αναγνώστες φέρουν διαφορετικές αποσκευές μαζί τους. Οπότε δεν με απασχολεί εκ των προτέρων το πώς θα διαβαστεί ένα ποίημα. Το σίγουρο είναι ότι γράφω για ζητήματα που αφορούν τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Η ανάδειξή τους συμβάλλει στην ορατότητα, ακόμη κι αν κάποιες φορές το να κάνεις διανοήσιμο κάτι που δεν υπήρχε — και που κανείς δεν σου ζήτησε να φέρεις στο προσκήνιο — μπορεί να προκαλέσει (θεμιτές) αντιδράσεις. Σε κάθε περίπτωση, η πρόθεσή μου είναι ειλικρινής.
Τι ρόλο παίζει το χιούμορ στη γραφή σου; Είναι τρόπος επιβίωσης, πολιτικής κριτικής ή προσωπικής εκτόνωσης;
Για κάποια σώματα που πιάνουν περισσότερο χώρο ή για ζωές που αποκλίνουν από τους προδιαγεγραμμένους δρόμους, το χιούμορ λειτουργεί συχνά ως τρόπος επιβίωσης. Μπορεί να είναι αμυντικός μηχανισμός, ένας τρόπος να σπάσει ο πάγος, να δημιουργηθεί οικειότητα, να συνυπάρξεις με άλλους.
« Στη γραφή την ποιητική, είναι η ευκολία μου να εκφράζομαι με χιουμοριστικό τρόπο, αλλά ξεκινάω από μια αφετηρία όπου το χιούμορ δεν είναι ποτέ αθώο και δεν είναι ποτέ ουδέτερο.»
Σε ό,τι αφορά τη γραφή μου, προσπαθώ κι εγώ ακόμη να καταλάβω πώς λειτουργεί το χιούμορ μέσα σε αυτή. Οι προσλαμβάνουσες μου και τα διαβασματα μου, η αγάπη για την τηλεοπτική κωμωδία που μετατράπηκε τελικά σε διδακτορικό, αλλά και η συνεπιμέλεια ενός συλλογικού τόμου για την πολιτική διάσταση του χιούμορ που ετοιμάζω αυτή την περίοδο με τον ακαδημαϊκό Diego Hoefel, δείχνουν ότι πρόκειται για ένα πεδίο συστηματικής ενασχόλησης και όχι απλώς για κάτι just for laughs.
Η θεωρία έχει δείξει ότι το χιούμορ κάθε άλλο παρά αθώο ή ουδέτερο είναι. Συνδέεται βαθιά με την πολιτική, χαράσσει όρια, παράγει κανονικότητες, νομιμοποιεί ή υπονομεύει σχέσεις εξουσίας. Ζούμε, άλλωστε, σε μια περίοδο όπου, από τη μία, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο το πόσο βλαπτικές μπορεί να είναι ορισμένες μορφές χιούμορ, και, από την άλλη, βλέπουμε τον δημόσιο λόγο, ακόμη και την πολιτική, να διολισθαίνουν συχνά σε καρναβαλικές επιτελέσεις, ειρωνείες και αστεϊσμούς εις βάρος συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων. Ακριβώς γι’ αυτό, η μελέτη και χρήση του χιούμορ αποκτούν σήμερα αυξημένο πολιτικό βάρος. Για μένα, λοιπόν, ακόμη και τα πιο χιουμοριστικά ποιήματα, μέσα από την επιφανειακή τους αφέλεια ή τη «χαζομάρα» τους, θέλω να πιστεύω ότι κουβαλούν κάτι παραπάνω.
Πώς μεταφράζεις αυτή τη σύνθετη σχέση με το χιούμορ σε ποιήματα όπως «Η γιαγιά μου η λεσβία» και «Φιλική υπενθύμιση στο Υπουργείο Υγείας»;
Στο ποίημα «Η γιαγιά μου η λεσβία», με ενδιέφεραν οι κρυφές επιθυμίες, το «τι θα γινόταν αν», το ποιες επιλογές θα έκανε μια τέτοια θηλυκότητα σαν τη γιαγιά μου, αν είχε ζήσει σε μια άλλη ιστορική στιγμή. Και είναι παράλληλα ένα παιχνίδισμα με μια γενεαλογία επιθυμίας που παρεκκλίνει συνειδητά από τα κανονιστικά πρότυπα.
Αντίστοιχα, στο ποίημα «Φιλική υπενθύμιση στο Υπουργείο Υγείας» επιχειρείται μια σαφής κριτική προς την ελληνική πολιτεία για τη συστηματική της αμέλεια σε ζητήματα χορήγησης φαρμάκων. Ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και διεθνώς, η προληπτική χορήγηση αντιρετροϊκών φαρμάκων (PrEP) αποτελεί εδώ και χρόνια κατοχυρωμένο δικαίωμα, στην Ελλάδα δεν υπήρξε αντίστοιχη μέριμνα ώστε να προχωρήσει έγκαιρα αυτή η διαδικασία. Για να είμαστε ακριβείς: η Κοινή Υπουργική Απόφαση για την προληπτική χορήγηση της PrEP υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 2023, ωστόσο τα φάρμακα άρχισαν να είναι πραγματικά διαθέσιμα μόλις στις 19 Μαΐου 2025. Η ποιητική συλλογή είχε ήδη κυκλοφορήσει από τον Ιούλιο του 2023, καταγράφοντας αυτή την απουσία πολιτικής βούλησης πριν ακόμη από την τυπική θεσμική αναγνώριση.Το ποίημα, επομένως, καυτηριάζει όχι μόνο την καθυστέρηση, αλλά και το δομικό πρόβλημα μιας πολιτείας που αντιμετωπίζει την υγεία, και ειδικά την υγεία συγκεκριμένων ομάδων, ως ζήτημα δευτερεύον, μεταθέτοντας διαρκώς στο μέλλον την πρόσβαση σε μέσα πρόληψης που αλλού θεωρούνται αυτονόητα. Με αυτή την έννοια, το χιούμορ δεν λειτουργεί ως αποφόρτιση, αλλά ως εργαλείο, ένας τρόπος να ειπωθούν δύσκολα ή άβολα πράγματα πιο άμεσα, να γίνουν λιγότερο απωθητικά και, ταυτόχρονα, να ανοίξουν ρωγμές στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε αυτά τα ζητήματα.
Ο γοργόνος είναι φιγούρα μύθου, μετάβασης, υβριδικότητας. Τι σημαίνει για σένα αυτό το πλάσμα και γιατί ήταν απαραίτητο ως κεντρική μορφή στον τίτλο της συλλογής;
Θα σε πάω πάλι πίσω, γιατί όσο έγραφα ποιήματα μικρός, άλλο τόσο ζωγράφιζα. Δεν ήμουν καθόλου καλός στη ζωγραφική. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν φιγούρες, κυρίως γοργονοανθρώπους. Ζωγράφιζα γυναίκες κυρίως, τότε το πρότυπο ομορφιάς ήταν το 90-60-90, η Άριελ. Τις έκανα λοιπόν με μεγάλο στήθος, μέση-δαχτυλίδι και μία πολύ εντυπωσιακή ουρά σε ροζ αποχρώσεις, και δίπλα τους γοργόνους με τους οποίους είχαν σχέση. Επειδή αυτό το μοτίβο επανερχόταν συνεχώς, θεώρησα ότι το ποίημα «Ο Γοργόνος » που περιλαμβάνεται στη συλλογή, θα μπορούσε να δώσει και τον τίτλο της, ως ένας μικρός φόρος τιμής στα παιδικά μου χρόνια.
«Ήθελα αυτά που ζωγράφιζα ως παιδί να τα μοιραστώ με ανθρώπους πέρα από την οικογένειά μου, οπότε γι’ αυτό και ο γοργόνος. Αλλά με άλλους όρους. Ένας γοργόνος χοντρός που στέκεται περήφανα και δεν αποστρέφει το βλέμμα, αλλά το επιστρέφει.»
Στη συνέχεια πρόσθεσα και το «και άλλα πλάσματα», γιατί το βιβλίο αφορά και άλλες μορφές: κάποιες ανθρώπινες, που υπήρξαν πράγματι, άλλες που θα μπορούσαν να υπάρξουν, αλλά και συναισθήματα όπως η ντροπή (εξού και το πλάσμα της ντροπής) που είναι τόσο έντονα, ώστε μοιάζουν κι αυτά να έχουν πραγματική υπόσταση.

Στην αρχή της συλλογής υπάρχουν δύο αποφθέγματα από το Queer Art of Failure που αναφέρονται στο «low theory» του Jack Halberstam και στην ιδέα ότι η αποτυχία να ανταποκριθεί κανείς στα κοινωνικά πρότυπα και στην ετεροκανονικότητα μπορεί να γίνει χώρος ελευθερίας και δημιουργίας. Υπήρξαν φορές που μπορεί να ένιωσες αυτή την «αποτυχία» και έγινε ίσως αυτή το γόνιμο έδαφος για τη γραφή αυτής της συλλογής;
Ξεκάθαρα! Για πολλούς από εμάς που γεννηθήκαμε στα τέλη του ’80 και στις αρχές του ‘90, υπήρχαν όλες οι απαραίτητες συνθήκες για να νιώσεις αποτυχία τη στιγμή που ξέφευγες από τα κανονιστικά πλαίσια. Από φαινομενικά «μικρά» πράγματα, όπως το φύλο που σου αποδιδόταν και το πώς όφειλες να το επιτελείς και ποιο χρώμα κρινόταν κατάλληλο να φοράς, μέχρι το ποια σώματα επιθυμείς, πώς κατοικείς το δικό σου, αν είναι χοντρό ή αδύνατο. Και φυσικά, όλα αυτά διαπλέκονταν με ταξικά κριτήρια: το αν έχεις ή δεν έχεις πρόσβαση σε πόρους, σε επιλογές, σε μια υποτιθέμενη κανονική ζωή. Οι πιέσεις ήταν συστημικές και οι τρόποι να νιώθεις «αποτυχημένος» πολλαπλοί και καθημερινοί.
Αυτό ακριβώς περιγράφει και η Sara Ahmed, όταν μιλά για την υπόσχεση της «καλής ζωής» ως μια πολύ συγκεκριμένη γραμμή, έναν προδιαγεγραμμένο δρόμο. Τα σώματα που δεν ακολουθούν αυτή τη γραμμή, που παρεκκλίνουν από τη ροή της κανονικότητας, καταλήγουν να βιώνουν μια διαρκή κατάσταση αποπροσανατολισμού. Αναρωτιούνται τι κάνουν λάθος, ενώ στην πραγματικότητα το ίδιο το σύστημα είναι σχεδιασμένο ώστε να τα αποκλείει. Γι’ αυτό και επέλεξα να συμπεριλάβω τα συγκεκριμένα αποσπάσματα στην εισαγωγή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πράγματα που συχνά θεωρούνται «χαμηλά», ασήμαντα, ευτελή ή ανάξια λόγου — σώματα, επιθυμίες, συναισθήματα — διεκδικούν χώρο για να ειπωθούν.
Θέλω να σε ρωτήσω για την δημιουργική διαδικασία. Πώς αποφασίζεις πότε ένα ποίημα είναι «ολοκληρωμένο»;
Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα κάτσει κάθε μέρα και θα πει ότι θα γράψει ποίηση. Θα το ήθελα πολύ, αλλά η ζωή δεν το επιτρέπει. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι ότι, αν έχω κάποια ιδέα, κάτι που μου φαίνεται ενδιαφέρον, τη γράφω στις σημειώσεις του κινητού μου.
Όταν έχω τη διάθεση να ασχοληθώ, προσπαθώ να τη «μεγαλώσω», να την εξελίξω. Μπορεί, για παράδειγμα, να χτίσω ένα ποίημα πάνω σε έναν συγκεκριμένο στίχο που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό. Αν προκύψει ένα σώμα κειμένων, το αφήνω να «ξεκουραστεί» και, όταν το ξαναπιάνω, βλέπω αν εξακολουθώ να αισθάνομαι καλά διαβάζοντάς το. Σε εκείνο το στάδιο, το μοιράζομαι με τα άτομα που εμπιστεύομαι. Μετά επιστρέφει με παρατηρήσεις και κάπως έτσι κάνουμε μια ενδιαφέρουσα κοπτοραπτική. Ακόμη κι όσα τελικά απορριφθούν, με βοηθούν να καταλάβω τουλάχιστον προς ποια κατεύθυνση δεν θέλω να πάω.

Ποιοί ποιητές σε εμπνέουν;
Θα σου πω μερικές ποιήτριες και ποιητές που στις συλλογές τους υπάρχουν κείμενα που έχω ζηλέψει (με την καλή έννοια) και θα ήθελα να τα έχω γράψει εγώ: Τζένη Μαστοράκη, Γλυκερία Μπασδέκη, Μιράντα Τερζοπούλου, Γιάζρα Χαλίντ, Λεύκιος, Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Τι θα γράψεις μετά;
Αυτή την περίοδο γράφω ένα διαλογικό βιβλίο με τον καλό μου φίλο, ποιητή Jalex Noel. Είναι μια απόπειρα συνομιλίας και παιχνιδιού πάνω σε κοινές προβληματικές μέσα από διαφορετικές θεσιακότητες.
Πως θα ήθελες να νιώσει κάποιος όταν διαβάσει τον Γοργόνο;
Θα μου αρκούσε αν ένιωθε κάτι. Aν κάτι μέσα μετακινήθηκε έστω και λίγο, αν άνοιξε μια σκέψη ή ένα συναίσθημα…
*Η συλλογη «ο Γοργόνος και άλλα πλάσματα» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Θράκα.