Οι Νύφες στο Αιγαίο, Ιούνιος 2026

ΡΥΖΙΑ ΚΑΙ ΣΙΤΑΡΙ: ΟΙ «ΝΥΦΕΣ ΤΟΥ ΜΑΛΤΕΠΕ» ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ

Θάνος Αδαμίδης

|

Ιδρυτής Έαρ

10/07/2026

Μια συζήτηση για την επιθυμία, τα σύνορα και το ανήκειν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Το Μάλτεπε είναι μια ιδιαίτερη συνοικία της Κωνσταντινούπολης: παραθαλάσσια, ασιατική, μεθοριακά «ενδιάμεση». Απλωμένη στη βόρεια πλευρά της Θάλασσας του Μαρμαρά δεν είναι ούτε ακριβώς κέντρο ούτε ακριβώς προάστιο, ούτε μια πλήρως οικεία γειτονιά ούτε ποτέ εντελώς ξένη. Το Μάλτεπε όμως είναι επίσης και ο τόπος διαμονής των δύο Τούρκων συντρόφων των Νυφών, ενώ η Αθήνα, το Βερολίνο και η Θεσσαλονίκη αποτελούν τόποι στους οποίους οι ίδιες διαμένουν μόνιμα ή κατά καιρούς. Σε αυτά τα «κατώφλια», οι Νύφες διαπραγματεύονται, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, τα κατασκευασμένα σύνορα των σχέσεών τους, όπως αυτά διαμορφώνονται από την πατριαρχία, την κοινωνία, την εθνικότητα και τις προσδοκίες γύρω από το πώς οφείλουν να συμπεριφέρονται, πως να αγαπούν, να σχετίζονται με και να επιτελούν τις εαυτές τους.

Οι δύο Νύφες είναι η Εύα Γιαννακοπούλου και η Περσεφόνη Μύρτσου. Η Εύα Γιαννακοπούλου είναι εικαστικός, σκηνοθέτιδα και performer, με πρακτική που συχνά κινείται έξω από συμβατικούς εκθεσιακούς χώρους, σε δημόσιους, απρόβλεπτους ή καθημερινούς τόπους. Η διερεύνηση των εναλλακτικών μορφών γονεϊκότητας συγκροτεί τον κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής της πρακτικής. Μέσω του έργου της, επαναδιατυπώνει τις έννοιες της οικογένειας, της συγγένειας και της ταυτότητας, προσεγγίζοντάς τες ως πεδία πολιτικής διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης.  Η Περσεφόνη Μύρτσου είναι εικαστικός και ανθρωπολόγος. Το έργο της διασταυρώνει τη σύγχρονη τέχνη, την εθνογραφία και την κινηματογράφηση, εστιάζοντας στη μετανάστευση, τις μη κυρίαρχες μορφές ανήκειν και τις συναισθηματικές γεωγραφίες της διασυνοριακής ζωής.

Οι «Νύφες του Μάλτεπε» είναι ένα εν εξελίξει έργο, μια πειραματική σειρά αυτοβιογραφικών ντοκιμαντέρ που ξεκίνησε το 2015 και αναπτύσσεται μέσα από τέσσερα αυτοτελή επεισόδια, έως τώρα. Αντλώντας από προσωπικές αφηγήσεις, οικογενειακές σχέσεις, διαπολιτισμικές μετατοπίσεις και καθημερινές εξομολογήσεις, το έργο ακολουθεί τις δύο δημιουργούς του ως παρατηρήτριες, πρωταγωνίστριες και σχολιάστριες των ίδιων τους των σχέσεων. Μέσα από το σύνθετο μοντάζ ενός ετερογενούς και αποσπασματικού, αλλά προσεκτικά επιλεγμένου, προσωπικού και μη υλικού, οι Νύφες μας δείχνουν έναν τρόπο ύπαρξης που δεν επιχειρεί να λύσει οριστικά την αντίφαση του «ανάμεσα». Αντιθέτως, την αγκαλιάζει και μας ταξιδεύει στα πιο απρόσμενα και γόνιμα σημεία της.

Παρακάτω, οι Νύφες.

Πώς γεννήθηκαν οι «Νύφες του Μάλτεπε»; Ποια κοινά βιώματα, ποιες οικογενειακές και διακρατικές εμπειρίες σας οδήγησαν στην έναρξη αυτής της σειράς;

Η ιδέα για τις «Νύφες του Μάλτεπε» γεννήθηκε στο Βερολίνο το 2013, όταν ήμασταν μεταπτυχιακές φοιτήτριες εικαστικών τεχνών και στενές φίλες, καθώς συνειδητοποιήσαμε πως είμαστε ερωτευμένες με δύο Τούρκους οι οποίοι συμπτωματικά ζούσαν στο Μάλτεπε, ένα νοτιοανατολικό προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Η αφετηρία του έργου δεν ήταν λοιπόν ένας θεωρητικός προβληματισμός, αλλά η ίδια η ζωή: η εμπειρία του να ζεις, να ερωτεύεσαι, να γίνεσαι μητέρα και να μεγαλώνεις παιδιά μέσα σε διαπολιτισμικά και διακρατικά περιβάλλοντα διαμορφωμένα από ιστορικά τραύματα και εθνικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, ξεκινήσαμε να συλλέγουμε οπτικοακουστικό υλικό για τις «Νύφες του Μάλτεπε» το 2015.

Βρισκόσασταν και μάλλον ακόμα βρίσκεστε στο «μεταίχμιο» δύο όμοιων και διαφορετικών κόσμων και ενός τρίτου (αυτού της Ελλάδας/Τουρκίας και της Γερμανίας) Πώς επηρέασε αυτό τη μεθοδολογία, τη γλώσσα και την ίδια τη μορφή του έργου;

Το «σύνορο» είναι ένα σημείο από το οποίο εκκινεί όλο το έργο: η συνθήκη του να βρίσκεται κανείς στο μεταίχμιο, σε μια κατάσταση μετάβασης. Στις ζωές μας αυτό είναι κομμάτι της καθημερινότητας, καθώς καλούμαστε να διαχειριστούμε τη διαφορετικότητα και να βρούμε λύσεις όχι μόνο επιβίωσης, αλλά και ευδοκιμίας μέσα σε περιβάλλοντα που ακόμη αντιμετωπίζουν την ετερότητα —είτε είναι διεθνική είτε διαθρησκευτική είτε οτιδήποτε άλλο— ως εξαίρεση από έναν κανόνα ελληνικής, και αντίστοιχα τουρκικής, κανονικότητας.

Στη δική μας περίπτωση έχουμε επίσης να αντιμετωπίσουμε ένα ιδιαίτερο ιστορικό και ψυχικό βάρος, που έχει να κάνει με την εικόνα του Τούρκου στη σύγχρονη Ελλάδα, η οποία πατάει  σε έναν φόβο που μπορεί εύκολα να εργαλειοποιηθεί, να γίνει δηλαδή έδαφος πάνω στο οποίο χτίζονται συμμαχίες, εξοπλισμοί, εθνικιστικές αφηγήσεις και αιώνια μίση.

Για εμάς, η θέση μέσα σε αυτόν τον φόβο —αλλά και μέσα στην προσπάθεια υπέρβασής του— δεν είναι αφηρημένη. Είναι βιωματική: περνά μέσα από τις σχέσεις μας, τις οικογένειές μας, τις γλώσσες που μιλάμε και την καθημερινότητά μας. Γι’ αυτό και η μεθοδολογία μας δεν μπορούσε να είναι αποστασιοποιημένη ή «ουδέτερη», δεν θα μπορούσε να είναι αυστηρά θεσμική, ούτε να κοιτάζει τα πράγματα «από τα πάνω». Είναι τσαλακωμένη, απρόβλεπτη, περιστασιακή, ίσως και αυτοσχέδια όπως όλες οι καταστάσεις μετάβασης.

Η μορφή του έργου προκύπτει ακριβώς από αυτή τη μεθοδολογική θέση: δεν κοιτάμε το σύνορο απ’ έξω, αλλά το κατοικούμε, το διαπραγματευόμαστε και το καταγράφουμε από μέσα.

Οι «Νύφες» είναι χαρακτήρες, περσόνες, μυθοπλαστικές εκδοχές των εαυτών σας ή κάτι ρευστό ανάμεσα στο βίωμα και την παράσταση/περφόρμανς;

Oι Νύφες είναι η Περσεφόνη και η Εύα οι οποίες όμως φλερτάρουν πάντα με την δημιουργική απόκλιση από τις εαυτές τους. Το έργο είναι αυτοεθνογραφικό και περιλαμβάνει πολύ προσωπικές στιγμές των πρωταγωνιστριών οι οποίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι τις εκθέτουν και τις καθιστούν ευάλωτες στο κοινό: παιδιά και βρέφη, πάνες και θήλαστρα, πεθερές, νυν και πρώην σύντροφοι, μία γέννα και μία βάφτιση οι οποίες έχουν καταγραφεί, οι προσωπικοί τους διάλογοι κατά τους οποίους εξομολογούνται θέματα ανομολόγητα σε άλλες/ους.

Παρόλη την αλήθεια τους, δεν παύουν να αυτοκαταγράφονται σε ινστιτούτα ομορφιάς με νυφικά τα οποία δεν θα φόραγαν ποτέ. Θα λέγαμε λοιπόν ότι πάντα υφέρπει σε αυτές η επιθυμία της γυναικείας ετερότητας. Οι Νύφες επιτελούν, χωρίς όρους θεάματος, σε παιδικές χαρές, σε κουζίνες, σε γυναικολογικές κλινικές, σε αυτοσχέδιους χώρους λατρείας και σε οποιοδήποτε χώρο τις ωθεί η καθημερινότητα τους. Εκεί, επιτελούν τις εαυτές τους συνεχίζοντας να κατοικούν σε ένα ασταθές όριο μεταξύ ζωής και αναπαράστασης.

«Η μορφή του έργου προκύπτει ακριβώς από αυτή τη μεθοδολογική θέση: δεν κοιτάμε το σύνορο απ’ έξω, αλλά το κατοικούμε, το διαπραγματευόμαστε και το καταγράφουμε από μέσα.»

Στο έργο αναδεικνύεται με ιδιαίτερη οξύτητα ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια και το έθνος συνδιαμορφώνουν την εικόνα του «δικού μας» και του «Άλλου» (The Other). Ξεκινώντας από το πρώτο επεισόδιο όπου τίθεται το ενδεχόμενο των γάμων σας με Τούρκους, πώς επεξεργαστήκατε αυτή την ετερότητα (Otherness) μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας;

Αυτό που μας ενδιέφερε περισσότερο δεν ήταν να δείξουμε ότι υπάρχουν προκαταλήψεις ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους, αυτό είναι γνωστό. Θέλουμε να διερευνήσουμε πού παράγεται η ετερότητα. Και ίσως η λέξη αλλότητα είναι πιο ταιριαστή στο δικό μας πλαίσιο. Στο έργο φαίνεται ότι δεν παράγεται μόνο στα σύνορα, στην πολιτική ή στα δελτία ειδήσεων. Παράγεται μέσα στο σπίτι, μέσα στη συγγένεια, μέσα στις πιο οικείες σχέσεις: όταν τίθεται το ζήτημα του γάμου, του παιδιού, της γλώσσας, της θρησκείας, του ονόματος, της οικογενειακής συνέχειας. Γι’ αυτό και ο γάμος με έναν Τούρκο σύντροφο δεν εμφανίζεται μόνο ως προσωπική επιλογή. Γίνεται ένα σημείο όπου η οικογένεια και το έθνος διεκδικούν λόγο πάνω στην επιθυμία, στη συγγένεια και στο μέλλον. Εκεί ο «Άλλος» δεν είναι πια μια μακρινή, αφηρημένη φιγούρα, αλλά μπαίνει μέσα στο σπίτι. Γίνεται σύντροφος, παιδί, πεθερά, καθημερινότητα.

Και ακριβώς αυτό αρχίζει να ανατρέπει τη φαντασίωση του απόλυτα ξένου. Γιατί όταν ο «Άλλος» γίνεται οικείος, δεν παύουν απαραίτητα οι φόβοι ή οι προκαταλήψεις, αλλά αποσταθεροποιούνται και δεν μπορούν πια να σταθούν τόσο εύκολα ως καθαρές, εθνικές βεβαιότητες.

Σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές του έργου, η γυναικεία επιθυμία και επιλογή διαβάζονται μέσα από το λεξιλόγιο της «προδοσίας» και της «κατάκτησης».  Περσεφόνη, ανακαλώ την σκηνή με τον ξένο Έλληνα άνδρα στο καράβι, που όταν έμαθε πως το παιδί σου έχει και Τούρκικη καταγωγή σου είπε ότι «μας πρόδωσες». Πώς αντιλαμβάνεστε τη σύνδεση ανάμεσα στο γυναικείο σώμα, την ερωτική επιλογή και τις εθνικές-πατριαρχικές φαντασιώσεις ιδιοκτησίας;

Η σκηνή αυτή όντως συνέβη σε ένα πλοίο από την Ηγουμενίτσα στο Μπάρι. Με είχε πραγματικά σοκάρει, όχι μόνο ψυχικά αλλά και σωματικά. Θυμάμαι να προσπαθώ να πάρω βαθιές αναπνοές και να μην μπορώ από τον κόμπο στο λαιμό. Αυτό που με σόκαρε ήταν ότι ένας άγνωστος άνδρας ένιωσε ότι είχε το δικαίωμα να μου απευθυνθεί σαν να είχα παραβεί έναν άγραφο εθνικό νόμο. Σαν το σώμα μου, η επιθυμία μου, η σχέση μου και το παιδί μου να ανήκαν κάπως σε ένα συλλογικό «εμείς».

Το εθνικοποιημένο γυναικείο σώμα είναι ξεκάθαρα μια φαντασίωση όχι μόνο της πατριαρχίας, αλλά και μιας άλλης πολύ ύπουλης ιδεολογίας που συχνά στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι δεν μας αφορά: της αποικιοκρατικής λογικής. Δεν το λέω με την έννοια ότι η ελληνική περίπτωση ταυτίζεται απλά με μια κλασική αποικιοκρατική σχέση, αλλά με την έννοια ότι εδώ λειτουργεί μια παρόμοια φαντασίωση ιδιοκτησίας. Στην αποικιακή φαντασία, η γη δεν είναι απλώς γη. Είναι κάτι που μπορεί να κατακτηθεί, να χαρτογραφηθεί, να ελεγχθεί, να εξορυχθεί, να προστατευτεί, να εκπολιτιστεί.

Μέσα σε εθνικιστικές και πατριαρχικές φαντασιώσεις, το γυναικείο σώμα δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο σώμα, αλλά ως συμβολικό έδαφος του έθνους: κάτι που πρέπει να προστατευτεί από τον «εχθρό», να παραμείνει καθαρό, να αναπαράγει τη σωστή γενεαλογία.

Η γυναίκα που επιθυμεί τον «λάθος» άντρα —ιδίως έναν άντρα που ανήκει στην πλευρά του ιστορικά κατασκευασμένου εχθρού— γίνεται σχεδόν ελενική φιγούρα: μια γυναίκα πάνω στην οποία προβάλλεται η ανδρική πληγή, η εθνική ταπείνωση και η φαντασίωση της απώλειας. Δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο επιθυμίας, αλλά ως τόπος όπου παίζεται η τιμή, η καθαρότητα και η συνέχεια του έθνους.

Και εκεί ακριβώς το έργο προσπαθεί να αντιστρέψει το βλέμμα. Να πει ότι αυτά τα σώματα δεν είναι εδάφη προς φύλαξη ή κατάκτηση. Δεν είναι σύνορα του έθνους. Είναι σώματα που επιθυμούν, αγαπούν, κάνουν λάθη, γεννούν, μετακινούνται, μιλούν πολλές γλώσσες, φτιάχνουν συγγένειες εκεί όπου η εθνική φαντασία βλέπει μόνο απειλή. Δεν μας ενδιαφέρει να παρουσιάσουμε τη διαπολιτισμική σχέση ως ρομαντική λύση. Μας ενδιαφέρει όμως να δείξουμε τη βία που κρύβεται πίσω από την ιδέα ότι μια γυναίκα μπορεί να «προδώσει» ένα έθνος απλώς επειδή αγάπησε, έκανε παιδί ή έζησε με κάποιον που ανήκει στην πλευρά του «αιώνιου» εχθρού.

Το «παιδί» στις «Νύφες» εμφανίζεται ως μια νέα, αταξινόμητη μορφή ζωής — ένα ον που ίσως να μη χωρά απολύτως σε κανένα εθνικό, πολιτισμικό ή κοινωνικό καλούπι. Προς το τέλος του τέταρτου επεισοδίου, το έργο φτάνει στην παραδοχή ότι το παιδί ενδέχεται να μην «ανήκει» πουθενά. Τι σημαίνει λοιπόν να ανήκεις;

Για εμάς, το ανήκειν έχει πάντα μέσα του και ένα προβληματικό στοιχείο ιδιοκτησίας: ανήκω κάπου, αλλά μήπως αυτό σημαίνει και ότι κάποιος ή κάτι με κατέχει; Ότι πρέπει να χωρέσω σε ένα όνομα, σε ένα έθνος, σε μια γλώσσα, σε μια ευανάγνωστη καταγωγή; Αυτό γίνεται ακόμα πιο καθαρό μέσα από το παιδί στις Νύφες. Γιατί ούτε τα παιδιά μας μάς ανήκουν. Τα γεννάμε, τα μεγαλώνουμε, τα φροντίζουμε, αλλά δεν είναι ιδιοκτησία μας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πού ανήκουμε, αλλά πώς μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς να καταπιεζόμαστε από την ανάγκη να ανήκουμε «σωστά». Αυτό που θα θέλαμε για τα παιδιά μας λοιπόν είναι να μεγαλώσουν έξω από την υποχρέωση να αποδείξουν σε ποια πλευρά ανήκουν. Να μη χρειαστεί να γίνουν ούτε «καλοί Έλληνες», ούτε «καλοί Τούρκοι». Να μπορούν να κατοικήσουν την πολυπλοκότητά τους χωρίς ντροπή. Ίσως εκείνα να βρουν δικούς τους τρόπους να βιώσουν αυτή τη μικτή θέση όχι ως τραύμα ή ως πρόβλημα προς επίλυση, αλλά ως δική τους γλώσσα, δική τους δύναμη, δικό τους τρόπο να βρίσκονται στον κόσμο. Και μακάρι να γίνει έτσι.

«Μέσα σε εθνικιστικές και πατριαρχικές φαντασιώσεις, το γυναικείο σώμα δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο σώμα, αλλά ως συμβολικό έδαφος του έθνους: κάτι που πρέπει να προστατευτεί από τον «εχθρό», να παραμείνει καθαρό, να αναπαράγει τη σωστή γενεαλογία.»

Στο τέταρτο επεισόδιο, η παρουσία της Bülent Ersoy, μιας εμβληματικής τρανς Τουρκάλας τραγουδίστριας, φέρνει στο προσκήνιο ένα σώμα και μια δημόσια φιγούρα που ήδη κουβαλούν ρήξη με την ετεροκανονικότητα αλλά ταυτόχρονα και μια παράδοξη μορφή mainstream αποδοχής. Μοιραστείτε μαζί μας το σκεπτικό πίσω από την ένταξή της στο έργο.

Προσπαθήσαμε να είμαστε προσεκτικές με την ένταξη της Bülent Ersoy στο έργο. Ως μη τρανς άτομα, δεν θέλαμε ούτε να ρομαντικοποιήσουμε την τρανς ταυτότητα ούτε να τη χρησιμοποιήσουμε διακοσμητικά. Ταυτόχρονα, μας απασχόλησε και το πώς φιγούρες όπως η Ersoy συχνά εργαλειοποιούνται από έναν δυτικό, οριενταλιστικό λόγο, που παρουσιάζει την Τουρκία μέσα από απλουστευτικές αντιφάσεις: καταπιεστική αλλά και «παράδοξα» ανεκτική, εξωτική ή προοδευτική.

Η Ersoy δεν εμφανίζεται στο έργο ως «εκπρόσωπος» της τρανς εμπειρίας. Μας ενδιαφέρει περισσότερο η πολυπλοκότητα της δημόσιας παρουσίας της: ο τρόπος που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς κώδικες φύλου, θρησκευτικότητας, λαϊκής κουλτούρας και εθνικής οικειότητας. Η πορεία της περιλαμβάνει στιγμές δυνατές, απρόσμενες, αλλά και προβληματικές ή δύσκολες να κατηγοριοποιηθούν.

Για εμάς, η παρουσία της ανοίγει ένα πεδίο ερωτημάτων γύρω από το σώμα, το βλέμμα, την απόδειξη της θηλυκότητας, την αποδοχή και την αντίφαση. Δεν τη χρησιμοποιούμε ως απλό queer σύμβολο ή ως φιγούρα αντίστασης, αλλά ως μια δημόσια μορφή που συμπυκνώνει σύνθετες και συχνά άβολες εντάσεις.

«Αλήθεια;»
«Κι εγώ, είμαι μεταξύ δύο χωρών.»

«Το μοντάζ δεν λειτουργεί μόνο ως τεχνική επιλογή, αλλά και ως ηθικό φίλτρο.»

Οι Νύφες ποτέ δεν φαίνεται να βρίσκονται τυχαία σε κάποιον χώρο. Πώς επιλέξατε τις τοποθεσίες των γυρισμάτων και πώς τις σκεφτήκατε ως δραματουργικούς χώρους;

Από τα οικογενειακά σπίτια και τους καφενέδες, μέχρι τα ξενοδοχεία ημιδιαμονής, τα μαιευτήρια, τους λατρευτικούς χώρους και τα μέρη με εθνικιστική σημασία, κάθε τοποθεσία παράγει ρόλους, προσδοκίες, αμηχανίες, επιθυμίες και φόβους.

Τα ξενοδοχεία ημιδιαμονής μας ενδιέφεραν ως χώροι διαπραγμάτευσης μιας άγριας, απαγορευμένης γυναικείας επιθυμίας που συνδέεται με το ταμπού της ερωτικής επαφής με το «άλλο»: τον μουσουλμάνο γείτονα, τον Τούρκο, τον ξένο, τον απαγορευμένο.

Aντίστοιχα, τα μαγαζιά νυφικών δεν λειτουργούν για εμάς ως χώροι προετοιμασίας για τον γάμο ή ως χώροι ρομαντισμού. Είναι χώροι όπου η θηλυκότητα σκηνοθετείται σχεδόν τελετουργικά. Εκεί το σώμα της γυναίκας δοκιμάζεται, στολίζεται, διορθώνεται. Το νυφικό φέρει πάνω του μια υπόσχεση καθαρότητας, μετάβασης, αποδοχής από την οικογένεια και την κοινωνία. Για εμάς, όμως, αυτή η υπόσχεση είναι πάντα κάπως ραγισμένη. Οι Νύφες υπερταυτίζονται με τον ρόλο της νύφης όχι για να τον επιβεβαιώσουν, αλλά για να τον διαρρήξουν από μέσα.

Οπότε, η δραματουργία των χώρων προέκυψε μέσα από αυτή τη διαδρομή: από το οικείο προς το πιο δημόσιο, από το σώμα προς το έθνος, από το δωμάτιο προς το σύνορο, και αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε την ιστορία και τις αντιφάσεις της.

Το προσωπικό αρχείο αποτελεί το βασικό υλικό της επιμέλειας και του μοντάζ. Με ποια κριτήρια αποφασίζατε τι παραμένει ιδιωτικό, τι γίνεται αρχειακό τεκμήριο και τι χρησιμοποιείται καλλιτεχνικά; Πώς αποφασίζετε τι γίνεται δημόσιο και τι παραμένει ιδιωτικό;

Το προσωπικό αρχείο είναι πράγματι το βασικό υλικό του έργου, αλλά δεν το αντιμετωπίζουμε ποτέ ως κάτι αυτονόητα διαθέσιμο. Το ότι κάτι έχει καταγραφεί δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραίτητα να γίνει δημόσιο. Αυτή ήταν μια από τις βασικές μας αγωνίες από την αρχή: πώς να δουλέψουμε με υλικό βαθιά οικείο —οικογενειακές στιγμές, παιδιά, σχέσεις, συγκρούσεις, αστεία, καθημερινές τρυφερότητες— χωρίς να το εκθέσουμε απλώς επειδή υπάρχει.

Για εμάς, το κριτήριο δεν είναι μόνο αν μια σκηνή είναι «δυνατή» ή «κινηματογραφική». Το πρώτο ερώτημα είναι πάντα τι κάνει αυτή η σκηνή μέσα στο έργο. Ανοίγει ένα ευρύτερο ερώτημα; Μας ενδιαφέρει η στιγμή όπου το οικογενειακό βίντεο ή η φωτογραφία παύει να είναι μόνο «δικό μας» και γίνεται ένα ίχνος μιας ευρύτερης κοινωνικής συνθήκης.

Ταυτόχρονα, υπάρχουν όρια. Ιδίως επειδή στο έργο υπάρχουν παιδιά, οικογένειες και άνθρωποι που δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να ελέγξουν την εικόνα τους. Δεν μας ενδιαφέρει μια αισθητική της ωμής εξομολόγησης ή της πλήρους αποκάλυψης. Ίσως, η πιο ηθική και πιο δυνατή επιλογή είναι να αφήσεις κάτι έξω, να το υπονοήσεις, να το μετατοπίσεις, να το προστατεύσεις.

Η καλλιτεχνική επεξεργασία μάς βοηθά πολύ σε αυτό. Το μοντάζ δεν λειτουργεί μόνο ως τεχνική επιλογή, αλλά και ως ηθικό φίλτρο.

Μέσα από την απόσταση του χρόνου, τη σύνδεση διαφορετικών υλικών, τη φωνή, την αλλοίωση της εικόνας, την αποσπασματικότητα ή ακόμη και την απουσία, προσπαθούμε να μετατρέψουμε το προσωπικό βίωμα σε καλλιτεχνική αφήγηση.

Άρα η ισορροπία ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο δεν είναι κάτι που λύνεται μία φορά. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση. Κάθε σκηνή ξανακρίνεται: ποιό/ά/όν αφορά, ποιό/ά/όν εκθέτει, τί αποκαλύπτει, τί κινδυνεύει να απλοποιήσει, τί μπορεί να ανοίξει ως ερώτημα. Το προσωπικό είναι πολιτικό, αλλά όχι υποχρεωτικά δημόσιο. Αυτό για εμάς είναι πολύ σημαντικό. Το έργο γεννιέται από το οικογενειακό αρχείο, αλλά προσπαθεί να το μεταχειριστεί ως ένα πιο συλλογικό υλικό σκέψης, μνήμης και σχέσης.

«Από τα Ίμια, τσιπούρα από τα Ίμια!»

Ποια ήταν τα βασικά σας διλήμματα και οι μεγαλύτερες δυσκολίες στη δημιουργία της σειράς, τόσο σε τεχνικό επίπεδο (μοντάζ) όσο και σε θεωρητικό ή ηθικό επίπεδο;

Το μοντάζ μας οργανώνεται ως ένας ιδιότυπος διάλογος. Η καθεμία από εμάς επεξεργάζεται επιμέρους στιγμιότυπα και τα αποστέλλει ως ερέθισμα στην άλλη, η οποία «απαντά» με το μοντάζ ενός διαφορετικού τμήματος από το κοινό μας αρχείο. Πρόκειται για ένα μοντάζ θραυσμάτων, το οποίο συνδυάζουμε με τηλεοπτικές συνεντεύξεις πολιτικών που βγάζουν πύρινους εθνικιστικούς λόγους, αλλά και με στιγμιότυπα της καθημερινότητας στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη.

Επιπλέον, το έργο έχει γυριστεί —ως επί το πλείστον— με κάμερες χαμηλής ποιότητας και κινητά τηλέφωνα. Η επιλογή μας δεν ήταν μόνο τεχνική, αλλά και μεθοδολογική, εφόσον μας ενδιαφέρει μια εικόνα που να διατηρεί το ίχνος της στιγμής, την αστάθεια, την εγγύτητα και την ατέλεια της καθημερινής καταγραφής. Το αποτέλεσμα είναι ένα ετερογενές και αποσπασματικό υλικό, το οποίο έχει μεγάλες τεχνικές δυσκολίες. Παρόλα αυτά, ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζουμε τις εμπειρίες μας.

Τέλος, θα θέλαμε να αναφερθούμε στη συμμετοχή των παιδιών μας στο έργο τα οποία βλέπουμε να γεννιούνται, να βαφτίζονται και να μεγαλώνουν. Η παρουσία τους είναι επίσης ένα διαμορφωτικό στοιχείο της διαδικασίας το οποίο θέτει ζητήματα έκθεσης, οπότε και ηθικής. Ωστόσο, η έκθεση αυτή δεν είναι μονοδιάστατη ούτε ανεπεξέργαστη. Είναι μια πρόκληση και μια πρόσκληση αυτή η σχέση που δημιουργείται με τα παιδιά, μιας που για εμάς είναι δρώντα υποκείμενα τα οποία συμμετέχουν με τον τρόπο τους στο έργο. Μοντάρουμε μαζί καμιά φορά, σε ό,τι τους αφορά τουλάχιστον. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Σίλας και ο Άρης είναι με έναν τρόπο συν-δημιουργοί μας.

Αν έπρεπε η καθεμία σας να εντοπίσει το πιο ισχυρό ή πιο ανθεκτικό κομμάτι της εαυτής της μέσα στις «Νύφες», ποιο θα ήταν; Θα ήθελα η Εύα και η Περσεφόνη να απαντήσουν χωριστά. 

Εύα:
Νομίζω ότι το πιο ανθεκτικό κομμάτι είναι η ενδυνάμωση μέσα από τη φιλία και τη γυναικεία «συνωμοσία». Με την Περσεφόνη αναστοχαζόμαστε τις παράλληλες ζωές μας —τα προβλήματα, τις χαρές, τις προσδοκίες και τους φόβους μας— χωρίς να προσπαθούμε πάντα να δώσουμε σαφείς απαντήσεις. Αντίθετα, μέσα από τον κινηματογραφικό μας διάλογο, θέλουμε να αναδείξουμε την πολυπλοκότητα αυτών των εμπειριών.

Στο έργο, για παράδειγμα, μας απασχολεί η αντιπαραβολή ανάμεσα στο «σώμα» του κυρίαρχου εθνικού κράτους και στο γυναικείο σώμα: από τη μία ένα σώμα επιβολής, ορίων και ελέγχου, και από την άλλη ένα πολυσχιδές σώμα που διαφεύγει από τις κανονιστικές αφηγήσεις που προσπαθούν να το ορίσουν. Εκεί γεννιούνται οι εντάσεις του έργου, τις οποίες βιώνουμε και προσωπικά.

Το να αρθρώνεις αυτές τις εντάσεις, να τις καταγγέλλεις ή να αναζητάς συμμάχους, γίνεται μια ψυχαναλυτική και τελικά θεραπευτική διαδικασία. Όσο περισσότερο εκθέτουμε τους φόβους μας, τόσο περισσότερο τους κατευνάζουμε. Είναι επώδυνο και ριψοκίνδυνο, αλλά και βαθιά απελευθερωτικό.

Περσεφόνη:
Για μένα, το πιο ανθεκτικό κομμάτι της εαυτής μου μέσα στις «Νύφες» είναι η γυναικεία αλληλεγγύη: η συνεργασία, η φιλία, η δυνατότητα να σκεφτόμαστε και να αντέχουμε μαζί. Το έργο δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη σχέση μου με την Εύα. Η φιλία μας λειτουργεί σαν χώρος προστασίας, όπου εμπειρίες που συχνά βιώνονται ως μοναχικές, αμήχανες ή δύσκολες μπορούν να επικοινωνηθούν και να μετατραπούν σε αντίσταση.

Η γυναικεία «συνωμοσία», όπως πολύ ωραία διατυπώνει η Εύα, δεν βασίζεται σε μια τέλεια συμφωνία, αλλά στη δυνατότητα να παραμένουμε μαζί μέσα στην πολυπλοκότητα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το ανθεκτικό κομμάτι έχει να κάνει με τη σχέση μου με την αλλότητα. Στις «Νύφες», η αλλότητα δεν είναι μόνο ο Τούρκος σύντροφος, η άλλη γλώσσα, η άλλη οικογένεια ή η άλλη χώρα. Είναι και η σχέση με την ίδια μου την εαυτή ως κάτι που δεν είναι ποτέ ενιαίο ή πλήρως εξηγήσιμο. Για μένα, λοιπόν, η ανθεκτικότητα βρίσκεται στη δυνατότητα να παραμένω μέσα σε αυτή την αστάθεια χωρίς να χρειάζεται να τη δαμάσω: να υπάρχω ανάμεσα σε γλώσσες, σχέσεις, χώρες, μητρότητες, επιθυμίες και πολιτικές αντιφάσεις, χωρίς να πρέπει να μεταφραστώ πλήρως σε κάτι καθαρό και αποδεκτό.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τις «Νύφες του Μάλτεπε»; Παραμένει για εσάς ένα ανοιχτό, εξελισσόμενο έργο; Υπάρχουν σκέψεις για επόμενο επεισόδιο ή άλλη μορφή συνέχειας;

Οι «Νύφες του Μάλτεπε» είναι ένα έργο τόσο ρευστό όσο η ζωή των πρωταγωνιστριών του η οποία συχνά τους επιφυλάσσει ανατροπές. Υπεκφεύγει τις στερεοτυπικές αφηγήσεις και τις παγιωμένες καλλιτεχνικές φόρμες, οπότε το μέλλον είναι απρόβλεπτο, ανοιχτό και φυσικά εξελισσόμενο. Πρόκειται εξάλλου για ένα έργο το οποίο έχει ξεκινήσει το 2015 και σκοπεύει να κρατήσει τόσο όσο και οι απρόβλεπτες ζωές των Νυφών.

Τα άμεσα σχέδια μας βέβαια είναι υπαρκτά και περιλαμβάνουν την σκηνοθεσία ενός ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους το οποίο θα συνδυάζει μεγάλο μέρος του προσωπικού μας αρχείου και πλάνα από ένα ιδιαίτερο συνοριακό σημείο της χώρας. Το έργο έχει λάβει την υποστήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ και θα πραγματοποιηθεί το 2027.

Περαιτέρω σκέψεις είναι η εκθεσιακή συγκρότηση των «Νυφών του Μάλτεπε» σε μορφή μικρών video-essays με πρωταγωνίστριες τα ίδια τα νυφικά μας και φυσικά εμάς, τα παιδιά μας,  τους άντρες μας, τις πεθερές μας και όλες/όσους κατά καιρούς εμφανίζονται ως συμπρωταγωνίστριες/ές μας.

Μας ενδιαφέρει να δούμε πώς το υλικό που έχει ήδη παραχθεί μπορεί να αποκτήσει νέες μορφές και νέες αναγνώσεις. Οι «Νύφες του Μάλτεπε», άλλωστε, για εμάς δεν υπήρξαν ποτέ ένα κλειστό έργο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που συνεχίζει να μετασχηματίζεται. Ακόμα και αυτή η συνέντευξη στην οποία με χαρά συμμετέχουμε, αποτελεί μία μορφή ενεργής συνέχειας, μιάς που μας καλεί να σκεφτούμε, μαζί και από την αρχή, την πορεία μας.

 

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο