'Τέσσερεις Μούσες που Χορεύουν' Ζοάν Άντρεα (circa 1505)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ THERESA HAK KYUNG CHA

Νεφέλη Στρωματιά

|

Συντάκτρια Λογοτεχνίας

29/03/2026

H πολιτική του αμετάφραστου.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο της Theresa Hak Kyung Cha πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2024, στο πλαίσιο της έκθεσης Το Ποίημα Επιστρέφει σε Ηχώ: Διάλογοι με την Theresa Hak Kyung Cha (1951–1982), σε επιμέλεια της Κατερίνας Στάμου. Η έκθεση, η οποία φιλοξενήθηκε στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ), επεδίωκε να εγκαταστήσει έναν οργανικό διάλογο ανάμεσα στο πολυσχιδές έργο της Cha και την δουλειά σύγχρονων Ελληνίδων καλλιτεχνιδών, αναζητώντας τις εννοιολογικές τους αντηχήσεις στο παρόν. Η αίσθηση του χώρου και η διακριτική, αλλά ζωντανή, συνομιλία ανάμεσα στα έργα με ώθησαν να επιστρέψω τρεις φορές. Κάθε επίσκεψη φανέρωνε νέες λεπτομέρειες, μικρές αντιθέσεις, ανεπαίσθητες σχέσεις που είχαν ξεφύγει στην προηγούμενη παρατήρηση, καθιστώντας την εμπειρία διαρκώς πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη. Κάθε πέρασμα με έκανε να εστιάζω σε διαφορετικά σημεία, να ακούω τη σιωπή που παρεμβαίνει ανάμεσα στις εικόνες, να συνειδητοποιώ πώς η παρουσία της Cha διατηρεί τον δικό της αδιάλειπτο και ανεξάρτητο ρυθμό μέσα στο χώρο.

Εντός του εκθεσιακού χώρου, η γλώσσα μετεξελισσόταν διαρκώς: άλλοτε προσλάμβανε ηχητική ή εικονογραφική υπόσταση και άλλοτε μετουσιωνόταν σε μια υλικότητα που διαμορφωνόταν από την ανάγκη του θεατή να της δώσει σχήμα. Η εγκατάσταση Anticipation Manual and Vice Versa (2024) της Μυρτώς Ξανθοπούλου επιτυγχάνει αυτήν την ενεργοποίηση, καθημερινά αντικείμενα και προτάσεις τοποθετούνται με τέτοιο τρόπο ώστε η αφήγηση να παραμένει ανοιχτή, αφήνοντας κενά και ανατροπές που απαιτούν από τον θεατή να συμπληρώσει και να ερμηνεύσει το νόημα. Συχνά, ωστόσο, ο λόγος της Cha αναδυόταν ως ένα σιωπηλό πεδίο, όπου η ανεπάρκεια της γλώσσας και η εγγενής αδυναμία πλήρους κατανόησης καθίσταντο προϋποθέσεις για μια ουσιαστική προσέγγιση του έργου της, επιβεβαιώνοντας ότι το νόημα διαμορφώνεται μέσα από την ενεργό εμπλοκή και όχι απλώς από την ανάγνωση ή παρατήρηση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Όλες οι φωτογραφίες του έργου “anticipation manual and vice versa” έχουν σταλεί από την ίδια την εικαστικό Μυρτώ Ξανθοπούλου. Το έργο αυτό συμμετείχε στην έκθεση “Το Ποίημα Επιστρέφει σε Ηχώ: Διάλογοι με την Theresa Hak Kyung Cha (1951–1982)”, σε επιμέλεια της Κατερίνας Στάμου η οποία φιλοξενήθηκε στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ) το 2024.

 

Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της γραφής της Cha είναι η οντολογική της αντίσταση στη μετάφραση. Στο Dictee (1982) —το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε η ίδια ως συγκροτημένο έργο— οι γλώσσες συλλειτουργούν σε ένα καθεστώς ρευστότητας. Το κείμενο, γραμμένο στα αγγλικά και τα γαλλικά, ενσωματώνει παράλληλα καλλιγραφικά ιδεογράμματα, προκαλώντας το αναγνωστικό κοινό να νοηματοδοτήσει τη μη-κατανόηση όχι ως μια απλή πειραματική τεχνική, αλλά ως μια πρωταρχικά πολιτική θέση.

 “It murmurs inside. It murmurs. Inside is the pain of speech, the pain to say. Larger stilI. Greater than is the pain not to say. To not say. Says nothing against the pain to speak. It festers inside. The wound, liquid, dust. Must break. Must void.”

Η Cha, γεννημένη στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας το 1951, μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία δώδεκα ετών. Ο πόλεμος, η αποικιοκρατία και ο επακόλουθος εκτοπισμός συνιστούν τον πυρηνικό ιστό της δημιουργίας της. Η μετανάστευση εδώ δεν εκλαμβάνεται μόνο ως γεωγραφική μετατόπιση, αλλά πρωτίστως ως γλωσσική μετάβαση, μια βίαιη είσοδο σε ένα νέο καθεστώς λόγου και μια επιβεβλημένη κανονικότητα. Για τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο, η γλώσσα σπάνια αποτελεί ένα ουδέτερο εργαλείο επικοινωνίας, είναι το πεδίο όπου διακυβεύεται η ταυτότητα, όπου η μνήμη μεταφράζεται αποσπασματικά και όπου η έννοια του σπιτιού παραμένει διαρκώς μετέωρη.

Η συνέργεια αυτών των βιωμάτων διαμορφώνει την αρχιτεκτονική του έργου της. Στο Dictee αναγνωρίζει κανείς τη γραφή ενός ατόμου που αδυνατεί να κατοικήσει οποιαδήποτε γλώσσα χωρίς το τίμημα της απώλειας. Κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα μετάφρασης της δουλειάς της θα συνιστούσε μια πολιτικά προβληματική παρέμβαση, η οποία θα υπονόμευε την επιδίωξη της Cha να παραμείνει σε έναν ριζοσπαστικό, αμετάφραστο μη-τόπο.

Το αμετάφραστο στο Dictee δεν συγκροτείται μόνο ως θεματική, αλλά ως μορφική συνθήκη. Η ίδια η αρχιτεκτονική του βιβλίου εγκαθιδρύει ένα πεδίο όπου η μετάφραση αδυνατεί να λειτουργήσει ως εξομάλυνση, ακριβώς επειδή το νόημα δεν προσφέρεται ποτέ ως ενιαίο σώμα. Το έργο οργανώνεται σε ενότητες που φέρουν τα ονόματα των Μουσών, μια επιλογή που εγκαθιστά μια παράδοξη συνομιλία ανάμεσα στη δυτική κλασική παράδοση και τις ασυνεχείς ιστορίες της διασποράς και της έμφυλης εμπειρίας. Η Cha δεν επικαλείται τις Μούσες ως σταθερές κατηγορίες έμπνευσης, αλλά ως ρηγματωμένα πλαίσια, η ιστορία, η ποίηση και η μνήμη εμφανίζονται εδώ όχι ως ενοποιημένες αφηγήσεις, αλλά ως θραύσματα που αντιστέκονται στη συνοχή.

“Arrest the machine that purports to employ democracy but rather causes the successive refraction of her none other than her own. Suffice Melpomene, to exorcize from this mouth the name the words the memory of severance through this act by this very act to utter one, Her once, Her to utter at once, She without the separate act of uttering.”

Η σύνθεση του έργου —η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα σε γλώσσες, τεκμήρια, φωτογραφίες, καλλιγραφίες, προσευχές και σχολικές ασκήσεις υπαγόρευσης— δεν αποτελεί απλώς λογοτεχνικό πείραμα, αλλά προέκταση μιας πρακτικής που συγκροτείται μέσα από τη διαδρομή της ανάμεσα σε διαφορετικά γλωσσικά και θεσμικά καθεστώτα. Η πολυμεσική της λογική συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι η γλώσσα υπήρξε για την ίδια πεδίο πειθαρχίας, καθώς η φοίτησή της σε καθολικό σχολείο, όπου η γαλλική γλώσσα λειτούργησε ως θεσμικό πλαίσιο εκφοράς και επιβολής, αφήνει εμφανή ίχνη στο Dictee. Εκεί, τα γαλλικά δεν εμφανίζονται απλώς ως επιλογή ύφους, αλλά ως ίχνος μιας ιστορικά φορτισμένης εκπαίδευσης.

“She waits to service this. Theirs. Punctuation. She would become, herself, demarcations. Absorb it. Spill it. Seize upon the punctuation. Last air. Give her. Her. The relay. Voice. Assign. Hand it. Deliver it. Deliver.”

Οι σπουδές της στο University of California, Berkeley, και η συστηματική της εκπαίδευση στον κινηματογράφο και τη θεωρία της εικόνας στο San Francisco Art Institute, τοποθετούν την πρακτική της μέσα σε ένα πεδίο εννοιολογικών πειραματισμών με το φιλμ, την performance και το αρχείο. Η επιλογή της να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές σπουδές στη θεωρία του κινηματογράφου στην Γαλλία, ενισχύει περαιτέρω αυτή τη διασταύρωση ανάμεσα στο λεκτικό και το οπτικό: το Dictee δεν προκύπτει ως εφαρμογή μιας κατάρτισης, αλλά ως συμπύκνωση μιας ζωής που κινείται ανάμεσα σε γλώσσες, μέσα και ιστορικές βίες.

Η υλικότητα του βιβλίου λειτουργεί ως αισθητική αναγκαιότητα. Η Cha μεταφέρει στη σελίδα τη λογική του μοντάζ, η αφήγηση διακόπτεται από οπτικά ίχνη, η φωνή αναδύεται αποσπασματική και η ιστορία επιστρέφει κυκλικά, σαν ηχώ. Το βιβλίο μετατρέπεται σε ένα αρχείο όπου η γλώσσα παύει να είναι διαφανές μέσο επικοινωνίας και γίνεται υλικό που φέρει πάνω του τις συνθήκες της μετατόπισης. Η μορφή εδώ δεν υπηρετεί το περιεχόμενο, είναι το ίδιο το περιεχόμενο.

Αυτή η πολυμεσική λογική χαρακτηρίζει το σύνολο της πρακτικής της Cha, η οποία κινείται διαρκώς ανάμεσα στη γραφή, την εικόνα και την επιτελεστικότητα. Στο έργο της Mouth to Mouth (1975), για παράδειγμα, η γλώσσα εμφανίζεται ως καθαρή υλικότητα άρθρωσης: στόματα που πασχίζουν να μιλήσουν, επαναλαμβάνοντας και αποτυγχάνοντας να μεταδώσουν. Η επικοινωνία παραμένει ένα πεδίο ανάμεσα στην εκφορά και την απώλεια.

Υπό αυτό το πρίσμα, το Dictee αποτελεί την κορύφωση μιας πρακτικής που δεν διαχωρίζει τη λογοτεχνία από την εννοιολογική τέχνη. Η Cha δεν γράφει, συναρμολογεί. Δεν αφηγείται, μοντάρει. Το βιβλίο λειτουργεί ως κινηματογραφικό δοκίμιο, ως μια εγκατάσταση σε χαρτί, όπου το παρελθόν δεν αναπαρίσταται, αλλά επιστρέφει ως θραύσμα. Η μνήμη της διασποράς δεν αποκαθίσταται μέσα από έναν συνεκτικό λόγο, αλλά μόνο μέσα από αποσπασματικές επιστροφές και μορφές που παραμένουν μετέωρες.

“She follows no progression in particular of the narrative but submits only to the timelessness created in her body  (Ancient. Refusing banishment. Refusing  to die, the already faded image. Its decay and dismemberment rendering more provocative the absence.) She remains for the effect induced in her, fulfilled in the losing of herself repeatedly to memory and simultaneously its opposition, the arrestation of memory in oblivion. (regardless. Over and over. Again. For the time. For the time being.)”

Η πρόωρη και βίαιη δολοφονία της το 1982 πάγωσε απότομα αυτή την εξελισσόμενη πρακτική, αφήνοντας το έργο της ως ένα ανολοκλήρωτο αρχείο δυνατοτήτων. Ίσως όμως αυτή η έλλειψη κατακλείδας να αποτελεί την πιο πιστή επιβεβαίωση της ποιητικής της, καθώς η Cha δεν μας παρέδωσε ένα κλειστό σύστημα σκέψης, αλλά μια γλώσσα που επιμένει να διαφεύγει, να μην ολοκληρώνεται και να παραμένει, μέχρι τέλους, αμετάφραστη.

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο