Η ποιήτρια Μαρία Κωνσταντοπούλου φωτογραφημένη απο τη Μυρτώ Πλατσή (2026)

ΤΑ ΔΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Νεφέλη Στρωματιά

|

Συντάκτρια Λογοτεχνίας

05/06/2026

Μια συζήτηση για την γραφή, τα κορίτσια και την ποίηση

Τη Μαρία Κωνσταντοπούλου τη γνώρισα πρώτα ως CelesteFeels, μέσα από τα κείμενα και τα κολάζ στο Περιπλόκ και αργότερα από το φανζίν Για ένα Κορίτσι. Από τότε, βρισκόμασταν συχνά χωρίς να το έχουμε σχεδιάσει: ανάμεσα σε στοίβες μεταχειρισμένων βιβλίων, σε κοινούς χώρους και με κοινούς ανθρώπους.

Η «Κόρη» (εκδόσεις Αντίποδες) στάθηκε η αφορμή να καθίσουμε επιτέλους στο ίδιο τραπέζι. Βρεθήκαμε ένα κυριακάτικο πρωινό στο Πεδίον του Άρεως με τον θόρυβο του πάρκου να μας κυκλώνει και μια έντονη, σχεδόν επίμονη πανίδα να ακούγεται διαρκώς πάνω από τα λόγια μας σαν να συμμετείχε στη συζήτηση. Η Μαρία Κωνσταντοπούλου τον Φεβρουάριο του 2025 κυκλοφόρησε το πρώτο της μουσικό άλμπουμ «Σπλάτερ» υπό το καλλιτεχνικό όνομα MiaMaria.

 

Κόρη

Κι αυτά τα ποιήματα

αν δεν τα έγραφα εγώ

θα μου τα έλεγε η μαμά μου

σαν ιστορία της καληνύχτας

 

κλέβω από την μυστική της χάρη

για να πω

ορίστε, εγώ μαμά το πήγα παραπέρα

Μαρία Κωνσταντοπούλου, Κόρη (εκδόσεις Αντίποδες)

 

Για χρόνια τα κείμενα στο ίντερνετ και τα φανζίν ήταν οι χώροι όπου δημοσίευες — χώροι που έφτιαχνες εσύ, για ανθρώπους που επέλεγες εσύ. Η Κόρη διεύρυνε αυτόν τον κύκλο, αλλά έκλεισε κάτι παράλληλα; Τι άλλαξε στην σχέση σου με το κείμενο όταν άλλαξε ο τρόπος επαφής σου με το αναγνωστικό κοινό; Χάθηκε κάτι στη μετάβαση;

Για χρόνια έφτιαχνα φανζίν, και αυτό είχε μια αμεσότητα. Συνήθως αφορούσε κάτι πολύ συγκεκριμένο που βίωνα την εκάστοτε περίοδο, χωρίς διαμεσολαβήσεις, δεν έμπαινα στη διαδικασία να επιστρέψω με κριτική και διορθωτική διάθεση στο κείμενο.
Το βιβλίο είναι διαφορετικό. Δεν εξαρτάται μόνο από εμένα, περνάει από περισσότερα μάτια και γι’ αυτό ίσως χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Καθίσαμε με τον εκδότη των Αντιπόδων, Κώστα Σπαθαράκη, δουλέψαμε το υλικό και κάναμε διορθώσεις. Το ξαναείδα και μόνη μου και στη συνέχεια είχα τη χαρά να περάσω από την ίδια διαδικασία μαζί με την πολύ αγαπημένη μου ποιήτρια Ζέφη Δαράκη, μια εμπειρία που δεν είμαι σίγουρη ότι έχω αφομοιώσει πλήρως ακόμη.

Σημαντικές ήταν και οι αναγνώσεις με πολύ κοντινούς φίλους. Εν γένει αυτό που κράτησα από όλα αυτά είναι μια μεγαλύτερη αυστηρότητα και πειθαρχία απέναντι στη γραφή μου και το ότι δεν φοβάμαι πια τη διόρθωση, ούτε την επιστροφή στο κείμενο. Είμαι πολύ ευγνώμων που όσοι συμμετείχαν το έκαναν με τόσο μεγάλη ευγένεια, γλυκύτητα αλλά και ειλικρίνεια.

Έχεις αναφέρει στο παρελθόν ότι έγραφες αποκλειστικά στα αγγλικά μέχρι το τέλος του Λυκείου, επειδή κυρίως διάβαζες ξένους συγγραφείς. Πότε και πώς ήρθε η ελληνική (γραφή αλλά και διαβάσματα); Ήταν επιλογή ή σε βρήκε εκείνη;

Στο πατρικό μου υπήρχαν πάντα πολλά βιβλία ποίησης σε διάφορες γλώσσες. Ο πατέρας  μου αγαπά πολύ την ποίηση. Υπήρχαν πολλές ελληνικές ποιητικές συλλογές σπίτι, κυρίως από άντρες —όλα τα ιερά τέρατα που μπορείς να φανταστείς— και επειδή ήμουν ένα σχετικά μοναχικό παιδί το διάβασμα υπήρξε από πολύ νωρίς ένα καταφύγιο.

Στην πρώτη μου σχέση κατα την διάρκεια της τρίτης Λυκείου ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ με τις δικές μου λέξεις, αυτές που χρησιμοποιούσα μέσα στη σχέση. Προσπαθώντας να γράψω στα ελληνικά, άρχισα να διαβάζω περισσότερο. Αγάπησα κατευθείαν την Εαρινή Συμφωνία του Ρίτσου και με συνάρπαζε πολύ ο τρόπος που έγραφε ο Σαχτούρης. Τις γυναικείες φωνές άργησα να τις ανακαλύψω — τις βρήκα μόνη μου, μέσα από ατελείωτες λίστες και αναζητήσεις στο διαδίκτυο. Πρώτα πρώτα αγάπησα την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και τη Μάτση Χατζηλαζάρου — και το «ξεμάλλιασμα» της σύνταξής της.

«Δεν το βρίσκω σκόπιμο να σκέφτεσαι διαρκώς ότι αυτό που ζεις πρέπει να γίνει κάτι — ένα ποίημα ή ένα τραγούδι. Αυτό συχνά σε απομακρύνει από το ίδιο το βίωμα.»

Φωτ. Μυρτώ Πλατσή (2026)

Μιλάς για μια εναλλαγή ανάμεσα στη «σωματικότητα και θεατρικότητα» της μουσικής και την «ησυχία» του κειμένου, σαν να έχει το καθένα τη δική του θερμοκρασία. Υπάρχει όμως κάτι που ήθελες να πεις και δεν το χώρεσε σε κανένα από τα δύο μέσα; Κάτι που ζήτησε άλλη μορφή — ή που παραμένει αδύνατο να ειπωθεί ακόμα;

Ναι, υπάρχουν πράγματα που δεν θέλω να ειπωθούν. Δεν θέλω να πάρουν μορφή με λέξεις και συντακτικό, ίσως γιατί δεν είμαι έτοιμη, ίσως γιατί δεν χρειάζεται.

Όταν θέλω να αποφύγω τις λέξεις, κάνω κολάζ. Είναι ένα παιχνίδι που κάποιες φορές αγαπώ περισσότερο από τη συγγραφή. Με βοηθά το γεγονός ότι γίνεται με τα χέρια, δεν χρειάζεται να σκεφτώ. Το  νόημα έρχεται εκ των υστέρων.

Μου λείπει που δεν το κάνω συχνά πλέον, αλλά περιμένω να προκύψει ξανά μια πηγαία ανάγκη. Όταν δουλεύεις με διαφορετικά μέσα, υπάρχει κι ένας κορεσμός. Κάποιες φορές, κάποια πράγματα μένουν ανείπωτα και αυτό είναι, από μόνο του, μια μορφή.

Δεν το βρίσκω σκόπιμο να σκέφτεσαι διαρκώς ότι αυτό που ζεις πρέπει να γίνει κάτι — ένα ποίημα ή ένα τραγούδι. Αυτό συχνά σε απομακρύνει από το ίδιο το βίωμα. Αυτή την περίοδο, που είναι πιο ήσυχη, μπαίνω στη διαδικασία να γράψω για πράγματα που δεν γνωρίζω. Με γοητεύει να φτιάχνω χαρακτήρες και τοπία από το μηδέν, να απομακρύνομαι από το ημερολογιακό. Προσπαθώ όλο και περισσότερο να γράφω αυτό που δεν με περιλαμβάνει με προφανή τρόπο κιαυτό που θα ήθελα να διαβάσω.

Μαζεύεις λέξεις και φράσεις ξέροντας ότι κάποια στιγμή θα σου χρησιμεύσουν. Τι γίνεται με αυτές που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, περιμένουν ακόμα ή τις άφησες πίσω; 

Έχω πολλά τετράδια με λίστες λέξεων. Περισσότερο με ενδιαφέρει η επίδραση που έχει μια λέξη τη στιγμή που με βρίσκει. Συνήθως τις αφήνω να φύγουν. Κάποιες, βέβαια, επιστρέφουν, όπως η λέξη «δωμάτιο». Μερικές φορές είναι ευκολία, αλλά και η επανάληψη μπορεί να έχει νόημα.

Βέβαια είναι σημαντικό να αφήνεις και τους κύκλους να κλείνουν. Βλέπω τη γραφή σαν έναν χώρο — ένα δωμάτιο στο οποίο μπαίνω και εκεί μέσα βρίσκω  αυτό που έχω ανάγκη την εκάστοτε στιγμή. Όταν νιώσω ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο εκεί, μπορώ να κλείσω την πόρτα και να δοκιμάσω νέα δωμάτια.

Στο έργο σου η Μαρία δεν είναι απλώς εσύ, είναι πληθυντικό: η Μαρία του σχολείου, του γραφείου, του φούρνου, του χαμού. Η Μαρία Μήτσορα στο Με Λένε Λέξη — που ενέπνευσε και το καλλιτεχνικό σου ψευδώνυμο MiaMaria — έχει κι αυτή παίξει με αυτή την αυτοαναφορικότητα. Διαβάζοντάς την, άλλαξε κάτι στον τρόπο που βλέπεις το δικό σου όνομα μέσα στη γραφή;

Νομίζω ότι αυτή η σχέση έχει μια παιδική βάση, ο ενθουσιασμός να δεις το όνομά σου κάπου, σε ένα περιβάλλον που δεν περίμενες. Σαν όταν είσαι παιδί και η άσκηση έχει το όνομά σου και νιώθεις εκλεκτή. Σε κάνει να παρατηρείς αλλιώς τον εαυτό σου.

Όταν μου συνέβη  αυτό σε κείμενα που διάβαζα, άρχισα να το βλέπω σαν σύμβολο και σαν ένα παιχνίδι. Με συγκίνησε ιδιαίτερα το πώς μιλά η Μήτσορα για το τι σημαίνει να είσαι κορίτσι, χρησιμοποιώντας το κοινό μας όνομα.

Εξασκούσαν επάνω μου εξοργιστική πίεση, προσπαθώντας να με κάνουν άνθρωπο, κορίτσι, μία Μαρία.

Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη

Φωτ. Μυρτώ Πλατσή (2026)

Αναφέρεις την Καραπάνου  τη Μήτσορα και την Ζέφη Δαράκη ως φωνές που σε σημάδεψαν, συγγράφισσες που συχνά αναφέρονται μαζί σαν διαβάσματα αλλά είναι ταυτόχρονα αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους. Τι έχεις πάρει από την καθεμία; και υπάρχει κάτι στη γραφή τους στο οποίο αντιστέκεσαι ;

Από την καθεμία τους κρατάω τα εξής:

Από τη Μήτσορα την αίσθηση ότι πρέπει να είσαι απόλυτα παρούσα όταν τη διαβάζεις αλλιώς θα χάσεις κάτι. Οι λέξεις της είναι τοποθετημένες με ακρίβεια, και οι παρεκβάσεις της μπορούν εύκολα να σε παρασύρουν. Επίσης θαυμάζω ότι, μέσα σε αυτή την πολυπλοκότητα, υπάρχουν στιγμές απλότητας που συγκρατούν τη γραφή από το να ξεφεύγει και  να μην είναι μόνο κάτι αλλοπαρμένο ή ονειροπόλο.

Στη Δαράκη με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος που ξεκινά συχνά από τη μέση, δημιουργώντας σκοτεινά, κλειστά τοπία. Κρύβει τον εαυτό της και σε αφήνει να ανακαλύψεις τις συνδέσεις.

Στην Καραπάνου με κράτησε η συνύπαρξη τρυφερότητας και σκληρότητας, το  παράπονο μαζί με το χιούμορ. Και η ικανότητά της να μιλά για βαριά πράγματα με απλές, καθαρές λέξεις.

Αυτό στο οποίο αντιστέκομαι είναι να μην εσωτερικεύω άκριτα όσα διαβάζω και να περιπλέκω τεχνητά τη γραφή μου.

Σύντομες απαντήσεις, πρώτη σκέψη.

Ένα βιβλίο που διαβάζεις τώρα και ένα που αναβάλλεις εδώ και καιρό:
Τώρα: Μάλινα της Ingeborg Bachmann (στα Ελληνικά και στα Γερμανικά ταυτόχρονα, για μαζοχιστικό πράκτις της γλώσσας)
Αναβάλλω να ολοκληρώσω: Ο Καλόγερος του Matthew Lewis (εκδ. Gutenberg) και τα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ (εκδ. Άγρα).

Ένα τραγούδι που θα μπορούσε να είναι ποίημά σου:
Κάτι από τη Sharon Van Etten, πιθανώς το «Tarifa».

Μια λέξη που αγαπάς για τον ήχο της:
Καπνός.

Κάτι που σε κάνει να γράφεις και κάτι που σε σταματά:
Με κάνει να γράφω η ανάγκη να φτιάχνω κόσμους και να μπαίνω ενθουσιασμένη σε αυτούς. Με σταματά το ότι επιστρέφω, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνω, στους ίδιους χώρους.

Αν η Κόρη ήταν ταινία, ποια θα τη σκηνοθετούσε;
Sofia Coppola ή Petra Collins — κάποια που φέρνει το κορίτσι στο κέντρο και το αφήνει να υπάρξει.

Το βιβλίο τώρα ζει χωρίς εσένα ,το διαβάζουν άνθρωποι που δεν ξέρεις, σε συνθήκες που δεν φαντάστηκες. Υπήρξε κάποια ανάγνωση που σε αιφνιδίασε , κάποιος που είδε κάτι που δεν είχες σκεφτεί, ή που το πήγε κάπου που δεν το είχες πάει εσύ;

Το feedback ήταν, γενικά, κοντά στην ουσία του κειμένου κυρίως από κορίτσια στην ηλικία μου, που έβρισκαν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό. Με συγκίνησε ιδιαίτερα η ανάγνωση της Ιωάννας Παναγοπούλου, που συμμετείχε και στην παρουσίαση του βιβλίου, αλλά και της Ζέφης Δαράκη κατά τη διαδικασία της επιμέλειας. Με τις σημειώσεις της ένιωσα ότι με διάβασε ως κορίτσι, ως Μαρία, παρόλο που γνωριζόμασταν ελάχιστα.

Η Κόρη κλείνει έναν κύκλο. Τώρα που έχεις απόσταση από αυτά τα ποιήματα, τι βλέπεις σε αυτά που δεν έβλεπες όταν τα έγραφες ,τι σου αποκάλυψε το βιβλίο για σένα αφού κυκλοφόρησε;

Το βιβλίο κλείνει μέσα του κάποια χρόνια και μερικές επαναλαμβανόμενες τάσεις, μια ανάγκη να δοθεί η «τέλεια» απάντηση: σε γονείς, φίλους, σχέσεις, στη μοναξιά, σε μετεφηβικές καταστάσεις, όπου συχνά νιώθεις εκτεθειμένη και ευάλωτη.

Αυτό που συνειδητοποίησα αργότερα είναι ότι ήμουν πιο διαυγής μέσα στα γεγονότα από όσο νόμιζα. Μερικοί στίχοι έκρυβαν αρκετά μεγαλύτερη δύναμη από αυτή που ένιωθα πως είχα.
Τώρα με απασχολεί το μετά: τι συμβαίνει μετά το πρώτο βιβλίο και πώς βρίσκει χώρο η γραφή μέσα στην καθημερινότητα, ως τακτική ασχολία, ως καθιερωμένο προσωπικό ραντεβού, ως αγανάκτηση και ως φοβερά ικανοποιητικό παιχνίδι.

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο