Τα πορτρέτα της Ευγενίας Ευσταθίου

ΤΑ ΚΥΑΝΑ ΑΥΤΟ-ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Παναγιώτα Βαγιού

|

Συντάκτρια Καλών Τεχνών

22/08/2025

Μια αφήγηση για την τέχνη, την ενηλικίωση, την αντοχή και το βλέμμα. Το δικό μας και των άλλων.

Κυανοτυπία είναι μια μέθοδος σταθεροποίησης της εικόνας στο χαρτί, μέσω φωτοευαίσθητων χημικών που εμφανίζουν μια εικόνα με το ιδιαίτερο εκείνο χρώμα που λέγεται μπλε της Πρωσίας. Έχει μέσα κυάνιο, γι’αυτο είναι μπλε. Χρειάζεται ένας σκοτεινός χώρος αλλά όχι απόλυτο σκοτάδι για να γίνει η εμφάνιση. Μπορεί κανείς να ευαισθητοποιήσει πολλά υλικά. 

Η Ευγενία Ευσταθίου είναι καλλιτέχνιδα με βάση της την Αθήνα. Αξιοποιεί διάφορες τεχνικές και υλικά για να πει ιστορίες ενηλικίωσης, δουλεύοντας κυρίως με κυανοτυπίες αυτοπορτρέτων της. “From childhood to womanhood”, όπως η ίδια αναφέρει στο βιογραφικό της. Σπούδασε φωτογραφία στην Αμερική, στο NYU Tisch School of Fine Arts. Στην αρχή οι σπουδές της ήταν στραμμένες στην ψυχολογία. Η  επαφή της με τη φωτογραφία συμπίπτει χρονικά με την άνθηση του instagram, το 2012. Δεν είχε σκεφτεί ως τότε να σπουδάσει φωτογραφία. Ξεκίνησε να φωτογραφίζει με το κινητό. Η ίδια πιστεύει πως κανείς μπορεί να  τραβήξει μια καλή φωτογραφία με οποιοδήποτε φωτογραφικό μέσο. Στο σχολείο είχε κλίση στη βιολογία και ένιωθε μεγάλη περιέργεια για το ανθρώπινο σώμα. Είχε παππού γιατρό. Την ενδιέφερε να ακολουθήσει και η ίδια αυτό το δρόμο. Στα 15 της όμως εμφάνισε ένα αυτοάνοσο και συνέδεσε τα νοσοκομεία με κάτι πολύ αρνητικό. Έτσι, άλλαξε πορεία.

Εγώ ήθελα να μάθω την ιστορία της από όταν ο αλγόριθμος του instagram μου φανέρωσε τη δουλειά της. Ένεκα της συνέντευξης, της έστειλα μέιλ για να κανονίσουμε τη συνάντησή μας. Συμφωνήσαμε να βρεθούμε στο Φίλιον. Λίγο πριν το προκαθορισμένο μας ραντεβού, μου έστειλε μήνυμα να με ενημερώσει πως φορούσε πράσινο, για να την αναγνωρίσω. Η αλήθεια ήταν όμως πως μπορούσα έτσι και αλλιώς να την αναγνωρίσω χάρη στα φωτογραφικά μπλε αυτοπορτρέτα της. Καθίσαμε μαζί για περίπου τρεις ώρες, δύο με το μαγνητόφωνο σε λειτουργία, και μία χωρίς.  Η Ευγενία μίλησε για την τέχνη, την ενηλικίωση, την αντοχή, το σώμα και  το βλέμμα. Το δικό της και των άλλων. 

Με δικά της λόγια:

Μου άρεσε η ψυχολογία αλλά η φωτογραφία μου άρεσε περισσότερο. Στο έργο μου είναι σημαντική η παρουσία της ψυχολογίας, όχι λόγω των σπουδών αλλά επειδή εγώ η ίδια κάνω ψυχοθεραπεία. Πάντως, και να είχα ολοκληρώσει το πτυχίο μου στην ψυχολογία, και πάλι εδώ που είμαι τώρα θα βρισκόμουν.

Το πρώτο μου φωτογραφικό πρότζεκτ ήταν για τη μοναξιά σε μια μεγάλη πόλη. Ήμουν σε φάση προσαρμογής σε ένα νέο, αχανές περιβάλλον. Τα βράδια, κατά τις 3-4, αντί να κοιμάμαι, φωτογράφιζα το μετρό της Νέας Υόρκης που ήταν άδειο.

Ήμουν στο δεύτερο έτος του πανεπιστημίου. Τότε ασχολήθηκα για πρώτη φορά  σε ακαδημαϊκό πλαίσιο με τη φωτογραφία σε ένα μάθημα επιλογής. Έμαθα να εμφανίζω φιλμ, φωτογραφίες στο χαρτί, εξοικειώθηκα με το σκοτεινό θάλαμο και ερωτεύτηκα την αναλογική φωτογραφία. Στο τρίτο έτος το πρόγραμμα ήταν πια αφιερωμένο στη φωτογραφία. Πολύ εντατικά. Είχα μαγευτεί με τις αναλογικές τεχνικές, τα historical processes, τις μεθόδους εκτύπωσης του 19ου αιώνα. 

Μια εμπειρία που με ταρακούνησε ήταν η πρακτική στο MoMA, στο τμήμα φωτογραφίας. Ήμουν 22 χρονών. Mόλις είχα αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Δεν ήθελα καθόλου να εργάζομαι σε ένα περιβάλλον γραφείου. Η δουλειά μου ήταν κατά κύριο λόγο επιμελητική. Εκεί, είχα πρόσβαση στο φωτογραφικό αρχείο του ΜοΜΑ και γνώρισα νέους φωτογράφους που ήταν τρομεροί καλλιτέχνες. 

Ήξερα πως το κεφάλαιο του εξωτερικού θα έκλεινε κάποια στιγμή. Μόλις ολοκληρώθηκε η πρακτική στο MoMA, επέστρεψα στην Ελλάδα. Όταν γύρισα, έπρεπε να βρω τα πατήματά μου. Τότε συνέπεσε και ο covid. Ήταν μια περίοδος βαθιάς ενδοσκόπησης. Η πανδημία ήταν μια κατάσταση χωρίς χρονοδιάγραμμα. Τώρα πια δεν μπορώ να πω αν διήρκησε μια εβδομάδα ή πέντε χρόνια.Το βίωσα ως έναν εγκλεισμό. Λόγω του αυτοάνοσου δε μπορούσα να γνωρίζω τι συνέπειες θα είχε στο σώμα μου. Δεν ήταν τραυματική εμπειρία, όμως ήταν μια εμπειρία που με άλλαξε. Μου έδωσε χρόνο. Δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου.

Γυρνώντας από την Αμερική αναζητούσα μια κοινότητα. Αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που αποφάσισα να κάνω μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο τμήμα φωτογραφίας. Εκεί έμαθα να δουλεύω ως μέλος μιας ομάδας. Αυτό μου είχε λείψει πολύ στην Αμερική, παρόλο που η έλλειψη αυτή αντισταθμίστηκε από τη γνώση διαφόρων ιδιαίτερων τεχνικών που πήρα από σπουδαίους καθηγητές, λίγο πριν τη συνταξιοδότησή τους. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο, ο τρόπος σκέψης στη θεωρία της φωτογραφίας είναι διαφορετικός. Βασιστήκαμε στην ψυχαναλυτική προσέγγιση της τέχνης. Στην Αμερική βασίζονταν πιο πολύ στην ιστορική ανάλυση. Κάπως κούμπωσαν οι δύο προσεγγίσεις και έτσι προκύπτει το υβριδικό έργο μου.

Φτιάχνω τα έργα μου για να τα δω πρωτίστως εγώ. Δουλεύω πολύ μεθοδικά και χρησιμοποιώ τεχνικές που διέπονται από κανόνες. Μου αρέσει να τις παντρεύω μεταξύ τους. Όταν ξεκινάω να φτιάχνω ένα έργο, έχω πάντα πολύ σαφές όραμα και θέλω να πραγματοποιείται. Ο ρυθμός εργασίας μου μοιάζει με ηχητικό κύμα με έντονες διακυμάνσεις. Υπάρχουν περίοδοι που ξυπνάω πολύ νωρίς, θέλω δηλαδή από τις 6 το πρωί τα χέρια μου να πιάνουν κάτι. Τότε, κοιμάμαι πολύ αργά, είναι σαν ο ύπνος να μη με απασχολεί. Ξυπνάω με όρεξη και πρόγραμμα, με λίστα. Μετά έρχεται μια αποκλιμάκωση. Χρειάζομαι ξεκούραση, να αναπληρώσω τον ύπνο που έχασα. Εκεί γεννιούνται οι ιδέες. Σκέφτομαι όσο χρειάζεται να σκεφτώ, και σιγά σιγά αρχίζει πάλι η δημιουργία. Αυτό λειτουργεί καλά για μένα. Το μόνο που με αγχώνει είναι που ποτέ δεν ξέρω πότε θα ξανάρθει η δημιουργική αυτή έξαρση. Αυτό δεν ορίζεται από μένα. Πιστεύω πως σχετίζεται με κύκλους ορμονικούς, βιολογικούς, ακόμη και με τις εποχές  Είμαι πιο παραγωγική το φθινόπωρο και την άνοιξη. Το χειμώνα το αντίθετο. Το αγκαλιάζω και αυτό. Το χρειάζομαι. Τα καλοκαίρια είναι διαφορετικά τα πράγματα. Πηγαίνω στο χωριό μου, στο Λεωνίδιο. Εκεί δεν μπορώ να δουλέψω. Μόνο στο σπίτι μου μπορώ να δουλέψω, εκεί όπου είναι το εργαστήριο μου. Η δουλειά είναι μια ιεροτελεστία. Πρέπει να είμαι μόνη μου, να καθαρίσω, να είναι όλα εκεί που θέλω να είναι. 

Πριν δυο χρόνια, έμαθα από τις γυναίκες του χωριού την τεχνική της τσακώνικης υφαντικής, πώς να δουλεύω στον αργαλειό. Ήταν μια τρομερή εμπειρία που άλλαξε τον τρόπο που βλέπω την τέχνη και τα μέσα που χρησιμοποιώ. Εκτίμησα πόσο πρόθυμες ήταν οι γυναίκες αυτές στο να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Σαν να είχαν αποστολή να κρατήσουν ζωντανή την τέχνη τους. Πάνω στον αργαλειό, που όλα γίνονται στο χέρι, αναθεώρησα τι σημαίνει επιμονή, υπομονή, αντοχή, πόνος. Μαγεύτηκα από τη διαδικασία. Εντόπισα σε αυτή απίστευτη σοφία και γνώση σε αυτή την ιεροτελεστία. 

Θέλησα, έτσι, να συνδεθώ με τις γυναίκες που ήρθαν πριν από μένα. Άρχισα να σκέφτομαι το νήμα που με συνδέει με όλες τους. Αυτά ήταν η αφορμή να ανοίξει το τελευταίο κεφάλαιο που καταπιάνομαι αυτή την περίοδο με την τέχνη μου.

Τα έργα μου λένε ιστορίες για το σωματικό πόνο και το φόβο μιας διάγνωσης. Έχουν όμως να κάνουν και με την επούλωση, άρα και με την αντοχή. Μου αρέσει πολύ μια τεχνική που λέγεται paper weaving. Στην αρχή το χαρτί κομματιάζεται αλλά όταν ξαναμπεί στη θέση του, δημιουργείται κάτι πολύ συμπαγές και δυνατό. Μου θυμίζει την ικανότητά μας να επουλωνόμαστε, παρόλο που συχνά δε γνωρίζουμε πως όντως μπορούμε.

Όταν εμφανίστηκε το αυτοάνοσο, ήμουν 15 χρονών. Με τραυμάτισε πολύ το πρώτο επεισόδιο. Μπόρεσα όμως και το διαχειρίστηκα. Ακολούθησαν δεκάδες επεισόδια. Πλέον με επηρεάζει στην όραση και τα μάτια. Ζούσα χρόνια χωρίς διάγνωση. Διάγνωση βρήκα στην Ελλάδα το 2014. Είμαι πια σε θεραπεία εδώ και μια δεκαετία. Φοβάμαι πάντα το απρόβλεπτο της υπόθεσης. Με αυτό δεν έχω συμφιλιωθεί. Στην αρχή με εξουσίαζε, απλωνόταν σε όλα τα κομμάτια της ζωής μου, μέχρι να πάρω τη διάγνωση. Έκτοτε, με πολλή προσπάθεια και πολλά μικρά βήματα, μπόρεσα να το εξουσιάσω εγώ.

Ο φόβος μπορεί να μη φύγει ποτέ. Από πέρυσι ξεκίνησα να μιλάω γι’αυτό μέσω της τέχνης μου. Η πτυχιακή μου είναι ένα μεγάλο patchwork, μια κουβέρτα αποτελούμενη από 52 εικόνες, ακτινογραφίες, γνωματεύσεις, διαγνώσεις. Αυτά τα κομμάτια του παζλ έχουν πλέον μπει σε μια σειρά. Η κουβέρτα αυτή άλλοτε με πνίγει και άλλοτε με προστατεύει. Θέλω να μάθω να αγκαλιάζω τις στιγμές που φοβάμαι. Ο φόβος με γειώνει, με έχει ωθεί να εκτιμώ αλλιώς το σώμα και την υγεία μου.

Μια καθοριστική στιγμή στη ζωή μου ήταν η συνάντησή μου με τον John Dugdale. Το 2017, όταν ήμουν τελειόφοιτη, έπρεπε για ένα μάθημα να πάρω μια συνέντευξη από κάποιον καλλιτέχνη. Ήμουν όμως αρκετά διστακτική και εσωστρεφής. Μας είχαν μιλήσει για τον John σε κάποιο μάθημα. Ήξερα ότι ήταν τυφλός. Του έστειλα mail, του είπα ότι είμαι η Ευγενία, ότι σπουδάζω φωτογραφία, ότι έχω ένα αυτοάνοσο και ότι είναι απρόβλεπτο το τι θα γίνει με την όρασή μου. Με κάλεσε σπίτι του. Κάποτε ήταν φωτογράφος μόδας, μέχρι που έχασε την όραση του μέσα σε ένα βράδυ, ως επιπλοκή του aids. Από φωτογράφος με πλήρη όραση, έγινε τυφλός φωτογράφος. Έπρεπε, έτσι, να αλλάξει τον τρόπο που προσέγγιζε το έργο του. Με την πρακτική του θέλει να πει ότι τα μάτια δεν είναι τα μόνα εργαλεία όρασης. Θεωρεί ότι μπορεί κανείς να δει πραγματικά μόνο αν τυφλωθεί.  Τον επισκέφτηκα στο Village, εκεί όπου έμενε με τον σκύλο-οδηγό του και τον σύντροφό του, και μοιραστήκαμε τις ιστορίες μας. Αυτός, αφότου έχασε την όραση του, άρχισε να φωτογραφίζει μαζί με το βοηθό του σε μέρη που του ήταν ήδη οικεία, έχοντας και φωτογραφική μνήμη του χώρου. Πλέον φτιάχνει το κάδρο από μνήμης, και εκτυπώνει φωτογραφίες που δε θα δει ποτέ. Ασχολείται, επίσης, με την κυανοτυπία.

Διάλεξα τον John λόγω του φόβου για την εξέλιξη της δικής μου όρασης. Εκείνος μου είπε να μη φοβάμαι την τύφλωση. Τον άκουσα με προσοχή, ταυτόχρονα όμως μου φαινόταν κάτι πολύ ξένο η εξοικείωση με την ιδέα της τύφλωσης. Επιστρέφω στα λόγια του και τη συνάντησή μας όλα αυτά τα χρόνια και πλέον τα αντιλαμβάνομαι με διαφορετικό τρόπο. /Στο τέλος μου ευχήθηκε να τυφλωθώ/. Οκτώ χρόνια μετά τη συνάντησή μας, κάνω κυανοτυπία, τελειώνω το μεταπτυχιακό μου στη φωτογραφία και ένα κεφάλαιο της διπλωματικής μου είναι αφιερωμένο σ’εκείνον. 

Οι ιστορίες μου αναπτύσσονται μαζί μου. Κοιτώντας σε προηγούμενα έργα μου, βλέπω κομμάτια μου, με τα οποία πλέον δεν ταυτίζομαι. Είναι αυτοβιογραφικά τα έργα μου, σαν ημερολόγιο. Μέσω αυτών, μπορώ να επιστρέφω σε στιγμές. Αυτό στο οποίο επανέρχομαι, είναι ο τεμαχισμός του σώματος. Παίζω με το γυναικείο σώμα και το πώς αντικειμενοποιείται. Έτσι προέκυψε να φτιάξω ένα έργο-τράπουλα με τίτλο “losing hand”. Αποτελείτο από διαφορετικά μέλη του γυναικείου σώματος. Στη δική μου περίπτωση, κάθε κομμάτι του σώματος είναι ακόμη ένα σύμπτωμα. Η διάγνωση  στην πραγματικότητα, αφορά ολόκληρο το σώμα. Γι’αυτό δυσκολεύομαι να δω το όλο. Έβλεπα θραύσματα σώματος. Από εκεί ξεκινάει ο τεμαχισμός του σώματος (μου). Αυτή η τράπουλα έχει κανόνες χρήσης σαν επιτραπέζιο. Μπορεί να τη χρησιμοποιήσει κανείς όπως θέλει, βασικός κανόνας όμως είναι πως εγώ πάντα χάνω. Μέσω αυτής, ήθελα να με δω από απόσταση. Ήθελα, επίσης, να χάνω επειδή εγώ όρισα πως θα χάνω και να έχω τον έλεγχο. Ο άλλος είναι ελεύθερος να δεχτεί ή να αρνηθεί. 

Δεν ξέρω αν θα έφτιαχνα παιχνίδι, του οποίου οι κανόνες θα όριζαν ότι θα κερδίζω. Δεν ξέρω ούτε αν θα άφηνα την τύχη να κάνει τη δουλειά της. Δεν είμαι ένας ανταγωνιστικός άνθρωπος. Δεν παίζω για να κερδίσω, παίζω για να περάσω καλά, περνάω καλά και όταν χάνω. Το καλύτερο παιχνίδι είναι αυτό που είτε κερδίζουν, είτε χάνουν και δυο πλευρές. Χωρίς έπαθλο.

Τον τελευταίο χρόνο διδάσκω σεμινάρια κυανοτυπίας σε έφηβα άτομα. Η επαφή μαζί τους μου έχει δώσει ελπίδα, είναι πανέξυπνα και με τρομερή όρεξη. Έχουν ευαισθησίες για τη φύση και χρησιμοποιούν πολύ διαφορετικά από εμάς το internet.  Η τεχνική δεν ανήκει σε κανέναν. Στην Ελλάδα πλέον κάνουν πολλοί κυανοτυπία. Είναι της μόδας οι αναλογικές τεχνικές. Οι έφηβοι δεν ξέρουν καν τι σημαίνει αναλογικό. Οι αναλογικές τεχνικές διδάσκουν την αξία του να φτιάχνει κανείς κάτι με τα χέρια του, να κάνει υπομονή, να περιμένει.

Νιώθω μεγάλη σύνδεση με πρακτικές που απαιτούν υπομονή και προσήλωση. Είτε αυτό είναι η υφαντική, είτε η κυανοτυπία, είτε η εμφάνιση φιλμ. Επεξεργάζομαι τις εκτυπώσεις μου, τις κόβω, τις ράβω, τις ενώνω. Υπάρχει ένα τελετουργικό, κάτι που μου επιτρέπει να διαλογίζομαι μέσω της πρακτικής μου. Γι’αυτό έχω τόση ανάγκη τη δομή στη δουλειά μου. 

Η πιο δύσκολη επιφάνεια για κυανοτυπία για μένα είναι το βότσαλο. Κάθε βότσαλο είναι ξεχωριστό. Ψάχνω λευκά και πλακουτσωτά βότσαλα, αυτά κάνουν καλή επαφή με τα αρνητικά της φωτογραφίας. Δύο χρόνια τώρα προσπαθώ με το βότσαλο. Απολαμβάνω πολύ τον πειραματισμό και τα happy accidents. Με το βότσαλο έχω συχνά τέτοια. Είναι ενδιαφέρον να προσπαθεί κανείς να καταλάβει τι δουλεύει και τι όχι. Κάθε υλικό ξεκλειδώνει και μέσα μου κάποιο διαφορετικό concept. Tις προάλλες, σκέψου, που έβγαλα το φρονιμίτη μου, τον εκτύπωσα και αυτόν.

Πόσο απολαμβάνω αυτό που κάνω; Είναι πολύ σύντομη η απόλαυση, στιγμιαία. Είναι η στιγμή που  βλέπω κάτι ολοκληρωμένο. Στην ιεροτελεστία της καθημερινότητας δεν υπάρχει τόσο απόλαυση, όσο ηρεμία και γείωση. 

Δε γεννήθηκα εικαστικός. Άρχισα να συστήνομαι ως εικαστικός και όχι ως φωτογράφος όταν άρχισα να χρησιμοποιώ και άλλα μέσα, όταν η φωτογραφία δε χωρούσε πια όσα ήθελα να πω. Πέρασαν χρόνια για να πω ότι είμαι εικαστικός, διότι δεν βιοποριζόμουν έτσι. Καμιά φορά, σημασία είχε και το πώς με έβλεπε ο τρίτος. Κάποια στιγμή έπαψε να με απασχολεί αυτό.

Το βλέμμα του άλλου είναι παρόν, το βλέμμα του άνδρα είναι παρόν, το δικό μου βλέμμα είναι παρόν. Με την ασθένεια καταπονήθηκε το σώμα μου, είχα πολλές αυξομειώσεις βάρους. Με έχουν απασχολήσει πολύ οι αλλαγές στο βλέμμα του άλλου, με αφορμή τις αυξομειώσεις αυτές. Δε μπορούσα να μη τις παρατηρήσω. Αναφέρομαι και στο male gaze και στο πώς βλέπω εγώ το σώμα μου. Θα ήθελα όλα αυτά σιγά σιγά να τα εντάξω στις ιστορίες που λέω με την τέχνη μου. 

Εκτιμώ όσους κάνουν αυτοβιογραφικά έργα χωρίς να φοβούνται. Πιστεύω πως είναι πολύ ανοιχτοί και γενναιόδωροι. Εγώ είμαι ανοιχτή αλλά θα ήθελα να είμαι περισσότερο.

Η πρώτη μου κυανοτυπία ήταν η θάλασσα στο Λεωνίδιο. Στην αρχή ήταν μόνο θάλασσες και ουρανοί. Ήθελα να διατηρήσω τη ρεαλιστική υπόσταση του μπλε χρώματος. Ήμουν στην Αμερική, ήταν άνοιξη. Στο μπάνιο την έφτιαξα. Ήθελα πολύ να κάνω κυανοτυπία. Είχα κάνει τόσα και τόσα, πολύ πιο δύσκολα. Στο πανεπιστήμιο δεν θα κάναμε σχετικό μάθημα, οπότε αποφάσισα να το τολμήσω μόνη μου. Μετά τη συνάντηση με τον John, το ήθελα ακόμη πιο πολύ. Έψαξα και βρήκα στο internet τι και πώς έπρεπε να κάνω.

Ως φωτογράφος, φωτογράφιζα μόνο τοπία και αρχιτεκτονική. Αυτό, μέχρι και την περίοδο του Covid. Μετά άρχισα να φωτογραφίζω έναν άνθρωπο: εμένα. Μου είναι πολύ δύσκολο να επιβάλλω το βλέμμα μου στον άλλο, το βρίσκω βίαιο. Σε μένα όμως έχω το δικαίωμα να το κάνω αυτό. 

Τώρα πια το μπλε είναι ένα φίλτρο να δω εμένα την ίδια. Είναι δύσκολο να με βλέπω σε τέλεια ανάλυση, ψηφιακά, όταν τραβάω αυτές τις γυμνές λήψεις,  μετά από τις αυξομειώσεις μου. Στις λήψεις αυτές,  το μπλε μου προσφέρει μια απόσταση μεταξύ εμού και του εαυτού μου, μπορώ να με δω και με καμουφλάρω ταυτόχρονα.

Η στιγμή που τελειώνει ένα έργο για μένα είναι ορισμένη. Μόλις ολοκληρωθεί, ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο: η συζήτηση και η ανάλυση με άλλους ανθρώπους. Παλιά δεν πίστευα πως χρειάζομαι έναν συνομιλητή, έναν θεατή. Εδώ και ένα χρόνο, έχω αποκτήσει περισσότερους θεατές, χάρη και στην εύνοια του αλγόριθμου, η οποία ήρθε όταν ανέβασα μια εγκατάσταση με τα φακελάκια τσαγιού που είχα φτιάξει. Ήταν σαν τα παιχνίδια που κρεμάμε στην κούνια, κάτι που συμβόλιζε για μένα τη σύνδεση με τον βρεφικό μου εαυτό και το σώμα που θα γίνει γυναικείο. Όπως ένα φακελάκι τσαγιού που θα γίνει αναλώσιμο, θα έχει μια χρησιμότητα, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και έπειτα να πεταχτεί. Με την ίδια λογική που φτιάχτηκε η τράπουλα, πρώτη εγώ με είδα μέσα στο φακελάκι του τσαγιού.

Συχνά οι θεατές γίνονται συνομιλητές. Μου αρέσει να λαμβάνω μηνύματα από ανθρώπους που τους αγγίζει η δουλειά μου, που έστω για δευτερόλεπτα βλέπουν τα έργα μου και μοιράζονται μαζί μου τις ιστορίες τους. Αυτό γίνεται ειδικά με τα έργα μου που τα σχετικά με την ασθένεια. Μου αρέσει η επικοινωνία αυτή, και ας είναι μέσω της οθόνης.

Ανήκω σε μια γενιά που έχει κομμένα φτερά και αυτό το φέρω μέσα μου.  Είναι δύσκολο να ζει κανείς από την τέχνη του, δεν αμφισβητώ πως συχνά με την τέχνη μπορούν να ασχοληθούν όσοι έχουν κάποιο προνόμιο.

Το πρώτο έργο που πούλησα ήταν ένα ψηφιακό κολάζ το 2015, όταν ήμουν 21. Μου είναι δύσκολο να αποχωρίζομαι τα έργα μου. Παρόλο που έχω και αναθέσεις πλέον. Στο παρελθόν, έχω αρνηθεί να πουλήσω έργα, επειδή δεν ήμουν έτοιμη, δεν είχε τελειώσει μέσα μου αυτή η ενότητα. Κάποτε, πριν πουλήσω ένα έργο, είχα μιλήσει με τον αγοραστή, του είχα πει τι σημαίνει για μένα το έργο, και αυτό ήταν μια τελετή αποχαιρετισμού. Νιώθω πως δίνω εμένα, δεδομένου πως πρόκειται και για γυμνά έργα μου. Διακοσμώ και το σπίτι μου με τα έργα μου, και όταν πωλούνται, αδειάζουν και οι τοίχοι μου .   Όταν κλείνει μέσα μου η ενότητα, τα δίνω. Τα φωτογραφίζω, οπότε πάντα τα έχω. Δεν σκέφτομαι σε πόσα ξένα σπίτια υπάρχει το σώμα μου. Ποτέ δε μου έδωσε χαρά η κοστολόγηση της τέχνης μου, είναι σαν να κοστολογώ τη σκέψη μου.

Θα ήθελα κάποια στιγμή να κάνω μια μεγάλη έκθεση για την ενότητα της ασθένειας και του ενστίκτου επιβίωσης. Τα νέα μου έργα αφορούν ακριβώς αυτό: την αντοχή.

 

Αναζήτηση

Ακολουθησε Μας
Δωρεαν Συνδρομη στο