Με τον Μποστ, επίσημα Χρύσανθο Βοσταντζόγλου και καλλιτεχνικά Μέντη Μποσταντζόγλου, γνωριστήκαμε με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο: μέσα από μια ακαδημαϊκή εργασία. Εκεί όπου οι περισσότεροι τον έχουν ταυτίσει με την ανορθογραφία, την καυστική σάτιρα και τη γλωσσική αναρχία, εγώ τον αντιμετώπισα για πρώτη φορά με την απόσταση της ανάλυσης.
Πρόταση-πρόταση, λέξη-λέξη, κλήθηκα να εξετάσω τα «λάθη» του. Και όσο πιο πολύ «έσπαγε» η γραμματική, τόσο περισσότερο κάτι μέσα μου έβρισκε μια περίεργη τάξη. Πίσω από τις γλωσσικές ακροβασίες και τις φαινομενικά γελοίες φράσεις, άρχισα να διακρίνω μια ακρίβεια: όχι φιλολογική, αλλά πολιτισμική. Ο Μποστ δεν χρησιμοποιεί λάθος γλώσσα επειδή δεν ξέρει. Τη χρησιμοποιεί για να δείξει πως εμείς προσποιούμαστε ότι ξέρουμε.
Τα έργα του, ωστόσο, δεν γράφτηκαν για να αναλύονται σε σελίδες εργασιών, αλλά για να παίζονται. Και εκεί γεννάται η απορία: γιατί δεν παίζονται; Γιατί δεν βλέπουμε τον Μποστ στη σκηνή όσο συχνά του αξίζει; Και κυρίως: έχει θέση σήμερα αυτό το τόσο «λάθος» θέατρο, και αν όχι, τι είναι αυτό που μας απωθεί τόσο από αυτό;
Λίγα λόγια για τον Μποστ και την Μήδεια του
Ο Μποστ (1918–1995) ήταν γελοιογράφος, συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας και άνθρωπος που ήξερε πολύ καλά πώς να κρύβει την πίκρα μέσα στο γέλιο. Το ύφος του συνδυάζει τον παραλογισμό με τη λαϊκή σοφία, και τη γλωσσική παραμόρφωση με κοινωνική ακρίβεια. Δεν έγραφε για «ειδικούς». Έγραφε για έναν λαό που μεγάλωσε με το βάρος του αρχαίου πολιτισμού, αλλά έζησε μια καθημερινότητα με γλωσσικά, πολιτικά, και «ανθρώπινα» λάθη.
Η Μήδεια του, το τελευταίο και πιο γνωστό του θεατρικό έργο, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1993. Πρόκειται για μια παρωδία της τραγωδίας του Ευριπίδη, δοσμένη μέσα από το γνώριμο, εσκεμμένα λαθεμένο ύφος του Μποστ. Γραμματικά ατοπήματα, νεολογισμοί, γλωσσικά μπουρδουκλώματα και στυλιζαρισμένος παραλογισμός συνθέτουν μια φάρσα που δεν γελοιοποιεί το αρχαίο δράμα, αλλά τη νεοελληνική μας σχέση μαζί του.
Όταν οι ήρωες μιλούν «λάθος»
Στην Μήδεια του Μποστ οι ήρωες μιλούν με μια αλλοπρόσαλλη μίξη καθαρεύουσας, δημοτικής, γλωσσικών λαθών και νεολογισμών. Ο Ιάσων λέει χαρακτηριστικά:
«Διατί Μήδειαν να με καταδιώκη; Αφού το παιδίον ήτο ξένον. Και εγώ ως πατέρας του το επήρα διά να το παραδώσω εις τον παιδονόμον, διότι είχεν γρίπην!»
Η κωμικότητα δεν βρίσκεται μόνο στη δομή της πρότασης, μα και στην ειλικρίνεια του προσώπου που προσπαθεί να φανεί σοβαρό και καλλιεργημένο, αλλά αντί για ρητορική φτάνει στη φλυαρία. Αυτό είναι το σοκ του θεατή: το γέλιο γεννιέται επειδή αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτή την αμήχανη φανφάρα.
Ταυτόχρονα, δεν γελάμε απλώς με τα λάθη. Γελάμε με τον καθρέφτη που μας δείχνει πόσο πολύ χρειαζόμαστε να φαινόμαστε σωστοί, χωρίς να είμαστε. Και κάπου εκεί, αρχίζουμε να νιώθουμε άβολα. Σαν απάντηση σε αυτή την αμηχανία, θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει το έργο του Μποστ αντιεκπαιδευτικό, ακριβώς επειδή παραβιάζει τη γραμματική. Τι κι αν είναι όμως βαθιά παιδευτικό, ακριβώς επειδή τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο διάγνωσης;
Ο Μποστ δεν χλευάζει εκείνον που δεν ξέρει. Χλευάζει εκείνον που προσποιείται ότι ξέρει. Που επιστρατεύει μεγαλοστομίες, απομνημονευμένα ρητά και ύφος επισημότητας για να καλύψει το κενό. Και το κάνει όχι με μίσος, αλλά με στοργική ειρωνεία. Δεν στοχεύει μόνο στην πολιτική σάτιρα. Στρέφεται κυρίως στον καθημερινό Νεοέλληνα: αυτόν που διαβάζει εφημερίδες, πηγαίνει στο θέατρο, και συνεχώς, νιώθει την ανάγκη να αποδείξει ότι «ξέρει».
Στη Μήδεια, αυτός ο καθωσπρεπισμός διαλύεται μέσα από τη γλωσσική παραμόρφωση. Η σάτιρα του Μποστ λέει: «Δεν κοροϊδεύω εκείνους που κάνουν λάθη, μα εκείνους που νομίζουν πως δεν κάνουν».
Γιατί, λοιπόν, χρειαζόμαστε την Μήδεια σήμερα;
Η Μήδεια του Μποστ είναι μια θεατρική ευκαιρία: προσφέρει ευρηματικό λόγο, χώρο για σωματικότητα, χορό, αυτοσχεδιασμό, συμμετοχή του κοινού. Είναι μια παρακαταθήκη θεάτρου που δεν φοβάται να φανεί απλοϊκή για να πει κάτι βαθύ.
Κι όμως, σπάνια τη βλέπουμε στη σκηνή.
Ίσως γιατί μας προκαλεί δυσφορία. Η Μήδεια του Μποστ δεν σατιρίζει από απόσταση. Δεν στρέφεται αποκλειστικά σε εξουσίες, θεσμούς ή πολιτικά πρόσωπα, αλλά στην καθημερινότητά μας. Στον τρόπο που μιλάμε, που αρθρώνουμε λόγο στις ειδήσεις, στα πάνελ, στον δημόσιο χώρο· στον τρόπο που εξηγούμε πράγματα που δεν κατανοούμε πλήρως, αλλά αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να καλύψουμε με μεγαλοστομίες. Η σάτιρα της Μήδειας είναι τόσο οικεία, που γίνεται σχεδόν απειλητική.
Και είναι απειλητική ακριβώς επειδή ξεγυμνώνει τη σοβαροφάνεια μας. Το συγκεκριμένο έργο απειλεί την ψευτοκουλτούρα του Νεοέλληνα που θέλει να φαίνεται καλλιεργημένος, μορφωμένος, αντάξιος ενός ένδοξου παρελθόντος χωρίς να έχει ποτέ συμφιλιωθεί ουσιαστικά μαζί του. Ο Μποστ δεν κοροϊδεύει το αρχαίο δράμα, αλλά εκθέτει την αρχαιολαγνεία μας, τη μανία του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας του να συνδέονται διαρκώς με έναν «υψηλό» πολιτισμό, τον οποίο επικαλούνται περισσότερο ως σύμβολο κύρους παρά ως ζωντανή παράδοση. Μέσα από τη Μήδεια, ο Μποστ δείχνει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η σύνδεση όταν βασίζεται στη μίμηση και όχι στη γνώση, στην ωραιοποίηση και όχι στην κατανόηση.
Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα φιλτράρονται: τα λάθη διορθώνονται αυτόματα, η εικόνα μας σμιλεύεται, οι απόψεις μας εξομαλύνονται. Υπάρχει μια εμμονή με το να είμαστε «σωστοί» – γλωσσικά, αισθητικά, ιδεολογικά. Και στο θέατρο; Συχνά ζητάμε κάτι «καλογραμμένο», κάτι που μας επιβεβαιώνει, να μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στη θέση μας ως θεατές. Ο Μποστ αρνείται να προσφέρει αυτή την ασφάλεια. Δεν επιβεβαιώνει ότι είμαστε μορφωμένοι, ούτε ότι έχουμε χιούμορ, ούτε ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Προσφέρει γέλιο, αλλά ένα γέλιο που δεν λειτουργεί ως εκτόνωση.
Γιατί μετά το γέλιο, μένει μια περίεργη σιωπή. Μια σιωπή που δεν κλείνει εύκολα, γιατί αποκαλύπτει ακριβώς το πόσο εύθραυστη είναι η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αυτή η σιωπή είναι το αληθινό τέλος της Μήδειας: η στιγμή που το γέλιο παύει να μας προστατεύει. Και ίσως γι’ αυτό το ανέβασμα του Μποστ σήμερα δεν είναι αναβίωση, αλλά παρέμβαση.
Η πραγματική ερώτηση λοιπόν, δεν είναι αν γελάμε με τον Μποστ, αλλά αν αντέχουμε να γελάσουμε με τον εαυτό μας.