Από τον ανωτέρω τίτλο και μόνο ο μέσος κινηματογραφόφιλος ίσως να απορεί για το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου: Δεν αποτελεί, άλλωστε, μυστικό το ότι η Ελλάδα δεν χαρακτηρίζεται για τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας της… Επιστημονική φαντασία, θα έλεγε κανείς, μοιάζει το να στηρίξεις μια τέτοια παραγωγή, μια ταινία που επιδιώκει να σε μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε μια δυστοπική πραγματικότητα πολύ πιο τεχνολογικά εξελιγμένη από τη δική μας. Παρόλα αυτά, το εγχείρημα της εισαγωγής science fiction στοιχείων στο ελληνικό σινεμά είναι υπαρκτό από μικρού μήκους ταινίες (π.χ. Brutalia – Days of Labour, Escaping the Fragile Planet) μέχρι feature length films – όπως το Volume 7 – μιλάμε μάλλον για μία ανερχόμενη τάση.
Το Volume 7 έκανε πρεμιέρα στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και κυκλοφόρησε πρόσφατα στις Αθηναϊκές αίθουσες. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Δέσποινας Χαραλάμπους και του Πάνου Παππά, αλλά όχι η πρώτη τους απόπειρα σε αυτό το είδος. Το σκηνοθετικό αυτό δίδυμο δεν φαίνεται να στέκεται στα εμπόδια που συναντά το science fiction στην ελληνική αγορά. Αντίθετα, το αντιμετωπίζει σαν ένα είδος που μπορεί να καυτηριάσει ουσιαστικά την σύγχρονη πραγματικότητα ενώ δεν αναλώνεται στα τεχνικά μέσα εντυπωσιασμού που χαρακτηρίζουν το sci-fi, επιμένοντας στην ουσία. Οι δημιουργοί μπορεί να διηγούνται μια ιστορία που εξελίσσεται σε άλλο σύμπαν, όμως ο στόχος τους είναι να σχολιάσουν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της δικής μας πραγματικότητας και συγκεκριμένα τα φαινόμενα της κοινωνικής παθητικότητας και συμμόρφωσης.
Η υπόθεση της ταινίας μας μεταφέρει στον πλανήτη Τόμο 7, έναν κόσμο με κύριο λόγο ύπαρξης τη διασφάλιση της υπάρχουσας γνώσης. Πρόκειται για μια «μουσειακή» διαδικασία, αφού οι πολίτες καλούνται απλά να απομνημονεύσουν τις πληροφορίες και αποτρέπονται από το να τις συνδυάσουν ή να τις αξιολογήσουν. Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι η Διώνη, κεντρική φιγούρα μιας ομάδας αντιεξουσιαστών που διαδραματίζουν εξίσου κομβικό ρόλο στην πλοκή, η Λάρα που, χάρη στην υψηλή μνημονική της ικανότητα, κατέχει εξέχουσα θέση στην κοινωνία, και ο εξωγήινος Νίμων που, παρά τον φαινομενικό θάνατό του, επιστρέφει ξανά και ξανά στον Τόμο 7. Μοχλός στην εξέλιξη της πλοκής είναι μια σειρά ερωτικών περιπετειών που μπλέκει τους ήρωες μεταξύ τους. Αυτό, προσθέτει μια ακόμη διάσταση στον υπαρξιακό χαρακτήρα της ταινίας, ενδεχομένως και μια αισθητική τηλενουβέλας. Στα πλαίσια αυτής της αισθητικής οι σεναριογράφοι εντάσσουν στους διαλόγους διάφορα κωμικά στοιχεία που φαίνονται, αρχικά, παράταιρα με το είδος του sci-fi… ίσως φταίνε οι επαναλαμβανόμενες εκφράσεις ή τα αρχαιοπρεπή ονόματα σε συνδυασμό με τις καθημερινές βρισιές, πάντως σε ορισμένα σημεία η ταινία σε κάνει να αναρωτιέσαι «Άραγε το έγραψαν σοβαρά αυτό;».
Κάπως έτσι, το κωμικό στοιχείο γίνεται μέρος του Volume 7 και το παράξενο είδος της ελληνικής επιστημονικής φαντασίας αρχίζει να μοιάζει γνώριμο. Ο λόγος; Το ελληνικό κοινό μπορεί να μην περιμένει να δει μια *κανονική* ταινία sci-fi στα ελληνικά, αλλά, χάρη στην ευρεία δημοφιλία της κωμωδίας στα ελληνικά media, είναι πολύ εξοικειωμένο με την παρωδία. Όμως, το Volume 7 δεν είναι μια cult ταινία τύπου «Η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά», όπως ίσως να περίμεναν οι θεατές της. Στην προκειμένη περίπτωση, η κωμωδία είναι ένα εργαλείο για να μειωθεί το αίσθημα του ανοίκειου που νιώθει το κοινό ακούγοντας την ελληνική γλώσσα σε ένα δυστοπικό πλαίσιο, ένα εργαλείο που μας βοηθά εστιάσουμε στο κεντρικό νόημα της ταινίας. Τελικά, το Volume 7 τραβά μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παρωδία και στο sci-fi, αφού εντάσσει την κωμωδία στο σενάριο χωρίς να αποσπάσει την προσοχή από την γενικότερη mystic ατμόσφαιρα, την βασική ιστορία, το ευρηματικό plot twist και φυσικά, τον ιδεολογικό πυρήνα του έργου, δηλαδή την αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων.
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, αφορά (α) το γιατί καταδικάζουμε το sci-fi ως ένα είδος εκτός των ορίων του ελληνικού κινηματογράφου και (β) το πώς έχει συνδεθεί με την κωμωδία ή ακόμα και το cult. Η αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές παραγωγές δεν δείχνουν να μπορούν να στηρίξουν τις στουντιακές απαιτήσεις του sci-fi, με αποτέλεσμα η κωμωδία να μοιάζει μονόδρομος. Πράγματι, τα σκηνοθετημένα αστεία θα δικαιολογήσουν, στο μυαλό του θεατή, τυχόν αστοχίες στα γραφικά, τα ειδικά εφέ της ταινίες ή οτιδήποτε σχετικό. Το απροσδόκητο που φέρνει το σκηνοθετικό δίδυμο Χαραλάμπους-Παππά είναι ότι χωρίς να πάνε κόντρα σε αυτή την συσχέτιση, μεταφέρουν την campy αισθητική σε δεύτερο πλάνο. Το Volume 7 δεν είναι σε καμία περίπτωση μια σοβαροφανής ταινία που προσπαθεί να πείσει τον θεατή ότι το sci-fi γίνεται στην Ελλάδα· μιλάμε για μια πραγματική ταινία επιστημονικής φαντασίας που, εστιάζοντας στον πυρήνα αυτού του κινηματογραφικού είδους, αποδεικνύει ότι το sci-fi υπάρχει στην ελληνική αγορά και κυρίως ότι έχει κάτι να μας πει.
Επομένως, χωρίς αυστηρές προκαταλήψεις ή συγκεκριμένες προσδοκίες, αναμένουμε να δούμε τις μετέπειτα προσπάθειες σκηνοθετών επιστημονικής φαντασίας, και φυσικά το τι ανταπόκριση θα έχει, τελικά, αυτό το είδος στην ελληνική αγορά.