Η πνευματική σοδειά του Θόδωρου Αγγελόπουλου αποτελεί μέρος του λεγόμενου «Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου», στον οποίο ανήκει η πλειονότητα των Ελλήνων σκηνοθετών, που έδρασε μετά την πτώση της δικτατορίας, όπως η Τώνια Μαρκετάκη, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και άλλοι. Κάτι, όμως, διακρίνει τον Αγγελόπουλο στον κινηματογραφικό χώρο αποτελώντας, ίσως, τον λόγο που είναι έως σήμερα ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα (για την μεγάλου μήκους ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια ημέρα»). Η βράβευση έλαβε χώρα στις 24 Μαΐου 1998.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, όπως πολλοί σύγχρονοι του, θέλησαν να αποδράσουν από τον «χρυσό ελληνικό κινηματογράφο» των μεγάλων στούντιο και να εισαγάγουν στο πολιτιστικό γίγνεσθαι του τόπου μια νέα ματιά πάνω στην έβδομη τέχνη. Σαφώς, ο Αγγελόπουλος αξιοποίησε σημαντικούς αστέρες των ταινιών που προηγήθηκαν, συχνά σε ρόλους εκ διαμέτρου αντίθετους από το συνηθισμένο. Γλαφυρό παράδειγμα είναι οι – σε δραματική διανομή – Θανάσης Βέγγος και Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στις ταινίες «Το βλέμμα του Οδυσσέα» και «Ταξίδι στα Κύθηρα» αντίστοιχα. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει, βέβαια, πως έλειψαν από τα cast του και ηθοποιοί με διεθνή ακτινοβολία (Marcello Mastroianni, Harvey Keitel, Irène Jacob κα.).
Ταινίες της περιόδου του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (δεκαετίες 1970-1980, κυρίως) αναδείχθηκαν σε υφολογικά “alia” εν συγκρίσει με εκείνες που προηγήθηκαν, καθώς εισήγαγαν νεωτερικά στοιχεία, όπως χαρακτήρες έμπλεους εσωτερικότητας και με σύνθετη ψυχολογική δομή, εξωτερικά πλάνα μακράς διάρκειας αντί σκηνών γυρισμένων σε εσωτερικούς χώρους, αφήγηση μη γραμμική και μια θεματική που αγγίζει κοινωνικά και πολιτικά θέματα, τα οποία σημάδεψαν την ελληνική συλλογική μνήμη, όπως η μετανάστευση, η προσφυγιά και τα πάθη του Εμφυλίου.
Ο Αγγελόπουλος αρνήθηκε την εξουσιαστική φύση του φακού. Το προσωπικό του βλέμμα αντικατέστησε την πρωτοκαθεδρία των πρωταγωνιστών, και τον λόγο πήρε ένα βαθιά φιλοσοφημένο, συνειδητοποιημένο και «αργό» σινεμά με ιστορική μνήμη, σύμφυτη ποιητικότητα και κριτική διάθεση απέναντι στα κακώς κείμενα του κόσμου. Όλα αυτά ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενα από έναν δημιουργό με διττή φύση, μετεωριζόμενο μεταξύ ποίησης και κινηματογράφου.
Ο Έλληνας σκηνοθέτης δεν φιλοδοξούσε να συνεχίσει την παράδοση του σκηνοθέτη-αυθεντία. Με τα σιγανά, ρέοντα πλάνα του, στόχος του ήταν ο θεατής να απορροφήσει ο ίδιος το πλάνο και να εκμαιεύσει την δική του αλήθεια (“Theo Angelopoulos: A Lifework in Film (2005) / Documentary”), να εισχωρήσει στις αμυχές των ηρώων και όχι να του επιβάλουν οι τελευταίοι την αποφασισθείσα δράση τους. Ως αυτόβουλο ον θα επιλέξει την ιδεατή εικόνα και θα την διυλίσει, για να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Άλλωστε, η τέχνη είναι ο κατεξοχήν χώρος ερμηνευτικών αποκλίσεων, και πώς θα μπορούσε ένας σοφός δημιουργός, όπως ο «επίμαχος» να αποστερήσει αυτήν την ελευθερία από το κοινό του; Υποστηρίζεται πως ο Αγγελόπουλος βρίσκεται στον αντίποδα του αμερικάνικου κινηματογραφικού status quo, μια που πολλές ταινίες αμερικανικής καταβολής και πρόσληψης αναλύονται σε χιλιάδες πλάνα, κουλαντρίζοντας τους θεατές στην αφήγηση τους, ενώ εκείνος συχνά την συντάσσει σε λίγες εκατοντάδες. Την ίδια μινιμαλιστική προσέγγιση ακολουθούν και οι ηθοποιοί των ταινιών του ως προς τα εκφραστικά τους μέσα.
Οι ήρωες του αγγελοπουλικού σύμπαντος είναι άνθρωποι που κατανοούμε στη ρίζα μας και στη ρίζα τους, κι έτσι μπορούμε να τους συμπονάμε, μας είναι οικείοι και ζεστοί, σχεδόν συγγενείς, παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς ελάχιστα κοινά μπορούμε να έχουμε, πλέον, με εκείνους, τα προβλήματα των οποίων έχουν όχι σπάνια την αρχή τους στις ατραπούς μιας αναμοχλευόμενης κοινωνικοπολιτικά Ελλάδας. Πολλές φορές είναι κάτοικοι της υπαίθρου που διάγουν έναν λιτό, βουκολικό βίο και όχι οι στερεοτυπικοί αλλοτριωμένοι «αστυφιλείς», που ρομαντικοποιούν κάποιο μελόδραμα, οι οποίοι μας είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι από την νεότερη κινηματογραφική δημιουργία.
Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτών των φιγούρων συναντά κανείς στην «Αναπαράσταση», όπου ένα ανεξήγητο έγκλημα στα βουνά της Ηπείρου υποδηλοί την τραγική επιστροφή ενός Αγαμέμνονα στην γυναίκα του, καθώς και στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», όπου ένας τέως εξόριστος – λόγω φρονήματος – επιστρέφει στον τόπο του, τώρα πια ως ένα ανιθαγενές πρόσωπο. Οι χαρακτήρες που συστήνει ο Αγγελόπουλος είναι πλήρεις, ηθογραφικοί και ηθογραφημένοι, ενσαρκώνουν ιδέες και ιδανικά, συμβολίζουν: πότε το πικρό πάθος («Ο Μελισσοκόμος»), πότε την ελπίδα («Τοπίο στην ομίχλη»), πότε την συλλογικότητα και την συλλογική μνήμη («Ο Θίασος»). Είναι αλήθεια πως οι πρωταγωνιστές των ταινιών του έχουν συλλογική δράση, καταφθάνουν από μακριά σαν νομάδες, απ’ όπου μπορεί να συλλάβει η κάμερα του «Ποιητή». Τους βλέπουμε να εισπράττουν τον περιβάλλοντα χώρο, συχνά σιωπηλά, με λίγη δράση, να εισπράττουν τους συνανθρώπους τους. Η έννοια της κοινότητας είναι εκείνη που δένει την δράση στις ταινίες του.
Τόπος αναφοράς των ταινιών αυτών είναι η ελληνική ύπαιθρος, που δεν αποτελεί απλά εναλλακτική επιλογή του σκηνοθέτη σε σχέση με άλλους δημιουργούς, αλλά πρόκειται για ουσιαστικό άξονα των έργων, ο οποίος υποβάλει πρωταγωνιστές και κοινό στην ατμόσφαιρα του. Με αυτόν τον τρόπο, ρίχνεται φως στην ελληνική επαρχία, η οποία καθίσταται εκ νέου κέντρο ενδιαφέροντος, παραγκωνίζοντας λίγο τα μεγάλα αστικά κέντρα ως αποκλειστικούς τόπους αναφοράς. Σημείο δράσης των ηρώων, όμως, είναι, τελικώς, ο εσωτερικός τους χώρος, τα προσωπικά τους ελατήρια και οι ενδιάθετες δυνάμεις για την πραγμάτωση των σκοπών τους, ένας τόπος διαρκώς παρών.
Η δημοσιογράφος και αρθρογράφος Μαλβίνα Κάραλη χτύπησε διάνα, όταν σε κοινή συζήτηση με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, επίσης δημοσιογράφο αλλά και κριτικό τέχνης, χαρακτήρισε με φράσεις του Γιώργου Χειμωνά αυτό που συμβαίνει στην φιλμογραφία του Θ. Α. : «Σαν μια αγρύπνια στάζει μέσα μου η μοίρα των ανθρώπων, και ακριβώς μέσα μου τελειώνουν οι άνθρωποι. Συνορεύω.» (Μαλβίνα Κάραλη και Βασίλης Ραφαηλίδης σε εκπομπή του Νάσου Αθανασίου). Βέβαια, δεν πίστευε στα σύνορα «ο Μεγάλος Ιερέας» του κινηματογράφου (τον αποκαλεί η Εφημερίδα “Times”, επ αφορμή της βράβευσης το έτος 1998 στις Κάννες) (από την ίδια συζήτηση στην εκπομπή του Νάσου Αθανασίου), και ήταν στοιχείο δομικό αυτή του η πίστη στην οικουμενικότητα του ανθρώπινου βιώματος, άνευ καταγωγής, σε ταινίες όπως «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» και «Το λιβάδι που δακρύζει».
Εν κατακλείδι, ο μεγάλος Έλληνας δημιουργός αναβίβασε την αντίληψη για την παραγωγή ταινιών από την πεζή λάμψη των φιοριτούρων και των κακών αναπαραστάσεων του Χόλυγουντ (πάντα με φωτεινές εξαιρέσεις) στο πεδίο της εσωτερικής αναζήτησης και της ουσιαστικής ενδοσκόπησης (με αξιολογική διάθεση) για όλα αυτά που συνέβησαν και συμβαίνουν. Το σινεμά του Θόδωρου Αγγελόπουλου μαρτυρά μια αυθεντική ποιητική ψυχή που προσπάθησε να εγκύψει στον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων, δίνοντας μας μια υπενθύμιση: να παραμένουμε άνθρωποι. Κι όσοι αναρωτιέστε τι απέγινε εκείνο το έψιλον του ονόματος του, μπορείτε να απευθυνθείτε στον Θεό, όταν οι ουρανοί δεν είναι άδειοι.